Παρασκευή 2 Απριλίου 2021

 


«Πρώτα – πρώτα, μαζεύανε ολοχρονίς τα παλιόλαδα που  αλλά και τα λίπη από τα φαγητά. Όταν έκριναν πως είχε συμπληρωθεί η ποσότητα που χρειάζονταν, αγόραζαν από το μπακάλικο σπίρτο (καυστική ποτάσα) και αλάτι χοντρό. 

Μ’ αυτά τα απλά και λίγα πραγματάκια ήτανε έτοιμες να φτιάξουν το σαπούνι του σπιτιού. Ανάβανε, λοιπόν, με ξύλα μια μεγάλη φωτιά, βάζανε πάνω σε κακαβολίθια ή σε μια μεγάλη πυροστιά το χαρανί (το καζάνι), ζεσταίνανε νερό και μετά ρίχνανε το σπίρτο και το ανακατεύανε με ένα μακρύ ξύλο για να διαλυθεί. 

Κατόπιν ρίχνανε το λάδι, το βράζανε λίγη ώρα ανακατεύοντας και ρίχνανε στο τέλος και το αλάτι. 

Είχανε και μια τρυπητή κουτάλα για να ξαφρίζουνε το μίγμα ώστε να βγει το σαπούνι καθαρό. 

Τέλος, με υπομονή μεγάλη, συνεχίζανε το βράσιμο τροφοδοτώντας με ξύλα τη φωτιά για 5 έως 6 ώρες ακόμα, μέχρι το μίγμα μέσα στο χαρανί ν’ αρχίσει να πήζει. 

Τότε το κατέβαζαν από τη φωτιά και το αφήνανε όπως ήτανε μέσα στο χαρανί. Επειδή το λάδι είναι ελαφρύτερο από το νερό ανέβαινε στην επιφάνεια μαζί με την λιωμένη ποτάσα, πάγωνε το μίγμα και άρχιζε να στερεοποιείται, σιγά – σιγά, με πάχος από 10 μέχρι 15 ή και 20 πόντους, φτιάχνοντας το σπιτικό σαπούνι, αυτό το άλλο θαύμα της ευλογημένης απ’ το Θεό τροφής του ανθρώπου, του λαδιού.

– 30 κιλά λάδι ή λίπος

– 5 κιλά σπίρτο (ποτάσα)

– 5 κιλά χοντρό αλάτι και

– 3 ντενεκέδες νερό 


   Πηγή:  Βαγγέλη Μητράκου