Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2022


Η μέχρι τώρα κρατούσα άποψη είναι:
«Η ΛΙΑΡΙΓΚΟΒΑ (ΛΙΑΡΙΓΚΟΒΗ) Συνέχεια του καταστραφέντος κάστρου ήταν ένας νέος μικρός οικισμός που ιδρύθηκε σε κοντινή απόσταση στα τέλη του 15ου αιώνα με αρχές του 16ου αιώνα από εργάτες μοναχούς του μετοχίου της αγιορείτικης μονής Κωνσταμονίτου και έλαβε την ονομασία Λιαρίγκοβα ή Λιαρίγκοβη (από τις σλάβικες λέξεις λιέρα (κόπρος) και γκοβνή (σωρός), δηλαδή σωρός κόπρου, επειδή η πεδιάδα ήταν τόπος βοσκής ζώων της μονής Κωνσταμονίτου). Η πρώτη σαφώς χρονολογούμενη αναφορά της Λιαρίγκοβας ή Λιαρίγκοβης γίνεται σε ένα φερμάνιο του 1750, το οποίο περιλαμβάνει έναν κατάλογο των μετοχίων της μονής Κωνσταμονίτου του Αγίου Ορους.» Πηγή: Δήμος Αριστοτέλη, τελ. προσπ 13/11/2022 http://www.dimosaristoteli.gr/gr/village/arnaia

📌 Κατά την άποψη μου (εκδοχή) το Λιαρίγκοβη,
ως Τοπωνύμιο/Μετόχιον στα Βυζαντινά Δίκαια του Παλαιοχωρίου και μεταγενέστερα,
σημαίνει «Ιλαρίωνα Ζώα»,
όπου ο Ιλαρίωνας είναι ο συγγενής (
Nepos, Νέπωσι ;) του Αυτοκράτορα Αλεξίου Ά του Κομνηνού, Ηγούμενος της Μονής Κωνσταμονίτου και το 1098 μ. Χ. είναι Πρώτος του Αγίου Όρους.  

Πηγές:

«Στους μέσους βυζαντινούς χρόνους, ανάμεσα στον 10° και τον 11° αι, οικοδομήθηκε στο κεντρικό κλίτος της ήδη κατεστραμμένης και εγκαταλελειμμένης παλαιοχριστιανικής βασιλικής ένας ναΐσκος μικρών διαστάσεων, αποτελούμενος από έναν ενιαίο χώρο περιορισμένης έκτασης. Στην ανατολική πλευρά του ναού αυτού διαμορφώθηκε μικρή ημικυκλική κόγχη, η οποία εγγράφηκε στη μεγάλη κόγχη της παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Ένα τμήμα της πρώτης σώζεται και είναι τοιχογραφημένο: διακρίνονται ξεκάθαρα τρία ζεύγη ποδών και το κάτω μέρος ενδυμάτων, τα οποία ανήκουν πιθανότατα σε παράσταση Τριών Ιεραρχών.»

B.     ✅ 15 Ιουνίου 1348/1368 «[...] εις την Ραλίγκοβην μετόχιον εις όνομα τιμώμενον του Αγίου Στεφάνου», Νίκος Οικονομίδης,Archives de l'Athos IXActes de Kastamonitov, σελ. 84 


C.     ✅ «Από τον εξελληνισμό του βουλγαρικού τοπωνυμίου Ιlari(i) goveda (= του Ιλαρίου τα ζώα), προήλθε στα Ελληνικά η λέξη, αρχικά Ιλαρί γκόβα και έπειτα, με την αποβολή του αρχικού Ι- (γιώτα), απʾ όπου από τη γενική Λα-ριγκόβης της λόγιας γλώσσας προήλθε η ονομαστική Λαρίγκοβη.»
Αντώνης Ι. Θαβώρης, Σλαβικής Αρχής λέξεις στην Χαλκιδική – Λιαριγκόβη, Ελληνικά 68 (2018-2019), σελ. 167 



D.     ✅  Ραλιγόβα, μετέπειτα Αρναία το 1928, στο κατάστιχο του 1478 καταχωρείται ως καλλιεργήσιμη γη του Παλαιοχωρίου και δεν είχε κατοίκους. Μεταξύ του 1478 και 1519 εξελίχθηκε σε χριστιανικό χωριό
Πηγή : Κολοβός Α. Ηλίας, Χωρικοί και μοναχοί στην Οθωμανική Χαλκιδική, 15ος - 16ος αιώνας, διδακτορική διατριβή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 2000

E.     
Σμυρνάκης  Γεράσιμος, 
Το Άγιον Όρος. Αθήνα 1903 , Ιλαρίωνας Πρώτος Αγίου Όρους στα 1098

✅ Η τοποθεσία του Παλαιοχωρίου Πνικαριά από όπου διέρχεται το ρέμα Παπαράδικο το οποίο πηγάζει από την πηγή "Μάννα" αναφέρεται ως "μετόχιον Πινακρά μετά των εν αυτω προσκαθήμενων Βλάχων" "εν τω καπετανικιω της Ρεβενικείας διακέιμ(ε)ν(ον)" στο Χρυσόβουλο Λόγο του Μιχαήλ Η΄Παλαιολόγου στις 4 Δεκεμβρίου 1275. (10. CHRYSOBULLE DE MICHEL VII PALEOLOGUE, Actes de Xeropotamou, Archives de L'Athos III, ed. J. Bompaire.-Paris:1964, σελ. 92)



Λέξεις – Κλειδιά
Βλάχοι και Άγιον Όρος
Λιαρίγκοβη, Σαμαρίνα
Δίκαια Παλαιοχωρίου / Αραβενικείας / Λιβαδίων
Πνικαριά , Κασσαλούπων, Κοντογρίκου

© Ρίμπας Αθ. Αστέριος
Ειδικός σε θέματα Πολιτισμού και Νέων Τεχνολογίων/Πληροφορικής

 

 


2 comments:

STOχASTIS είπε...

Η παλαιοχριστιανική βασιλική χρονολογείται με ασφάλεια γύρω στο 400, χάρη σε ένα χάλκινο νόμισμα με την προτομή του αυτοκράτορα Αρκάδιου, το οποίο βρέθηκε σε ταφή πλησίον της βορειοδυτικής της γωνίας. Ο ναός αυτός διέθετε νάρθηκα, τρία κλίτη (εκ των οποίων, το κεντρικό ήταν διευρυμένο σε σχέση με το βόρειο και το νότιο), μεγάλη ημικυκλική κόγχη στην ανατολική του πλευρά, καθώς και προσκτίσματα τόσο στη βόρεια όσο και στη νότια πλευρά του. Οι συμπαγείς και εκτεταμένοι τοίχοι της βασιλικής (μαζί με τις θεμελιώσεις τους), οι οποίοι αποτελούνται από μεγάλες και μικρές πέτρες ακανόνιστου σχήματος και κατά τόπους σώζονται σε ύψος 1.5 περίπου μ, επιτρέπουν την παρακολούθηση της κάτοψης του οικοδομήματος και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα λαμπρό μνημείο των πρώτων χριστιανικών αιώνων.

Στους μέσους βυζαντινούς χρόνους, ανάμεσα στον 10° και τον 11° αι, οικοδομήθηκε στο κεντρικό κλίτος της ήδη κατεστραμμένης και εγκαταλελειμμένης παλαιοχριστιανικής βασιλικής ένας ναΐσκος μικρών διαστάσεων, αποτελούμενος από έναν ενιαίο χώρο περιορισμένης έκτασης. Στην ανατολική πλευρά του ναού αυτού διαμορφώθηκε μικρή ημικυκλική κόγχη, η οποία εγγράφηκε στη μεγάλη κόγχη της παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Ένα τμήμα της πρώτης σώζεται και είναι τοιχογραφημένο: διακρίνονται ξεκάθαρα τρία ζεύγη ποδών και το κάτω μέρος ενδυμάτων, τα οποία ανήκουν πιθανότατα σε παράσταση Τριών Ιεραρχών.

Το τρίτο και νεότερο οικοδόμημα που εντοπίστηκε είναι ένα μεγάλο ορθογώνιο κτήριο, το οποίο ανάγεται στους μεταβυζαντινούς χρόνους (16°-17°ς αι.). Το οικοδόμημα αυτό κοσμούσαν τοιχογραφίες, οι οποίες βρέθηκαν πεσμένες και κατακερματισμένες στο εσωτερικό του και ιδιαίτερα στις περιοχές του βόρειου, του ανατολικού και του νότιου τοίχου του. Επιπλέον, μία ζωγραφική παράσταση με φυτικά κοσμήματα και άλλα θέματα διατηρείται στην αρχική της θέση στην εσωτερική πλευρά του ανατολικού τοίχου του κτηρίου. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι το οικοδόμημα αυτό έφερε δάπεδο αποτελούμενο από εξάπλευρες πήλινες πλάκες, οι οποίες κατά τόπους σώζονται in situ και σε εξαιρετικά καλή κατάσταση.

Σε διάφορα σημεία του βόρειου και του κεντρικού κλίτους του σημερινού ναού αποκαλύφθηκαν δεκαπέντε συνολικά ταφές. Όλες οι ταφές βρίσκονται στον άξονα δύσης-ανατολής, είναι λακκοειδείς, ενώ η διαμόρφωσή τους ποικίλει κατά περίπτωση. Η χρονολόγηση των ταφών αποτελεί ένα ζήτημα που είναι ακόμα υπό εξέταση. Υπάρχουν πάντως ενδείξεις ότι ορισμένες ανάγονται στην παλαιοχριστιανική εποχή (τέλη 4ου -αρχές 5°υ αι.), ενώ άλλες φαίνεται ότι είναι αρκετά μεταγενέστερες (16°“ αι.), γεγονός που υποδεικνύει ότι οι δεκαπέντε ταφές ανήκουν σε περισσότερες από μία χρονολογικές περιόδους.

https://inagioustefanouarnaias.com/%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b1%ce%b9%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%ba%ce%b1-%ce%b5%cf%85%cf%81%cf%85%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%cf%85%cf%81%ce%ba%ce%b1/

STOχASTIS είπε...

"Η ιεραρχία εισήχθη ήδη το 1081 και στηρίχθηκε στον τίτλο του σεβαστού, που με τις πολυάριθμες παραλλαγές του απονεμήθηκε στους βασιλικούς εξ αίματος και εξ αγχιστείας συγγενείς. Το σημαντικότερο αποτέλεσμα της είναι ότι δημιούργησε μία κοινωνική ιεραρχία που στηριζόταν στην συγγένεια με τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Οι όμαιμοι του αυτοκράτορα στο εξής βρίσκονταν σε υψηλότερη θέση έναντι των υπολοίπων αριστοκρατών, ανεξαιρέτως αξιώματος, και οι βασιλικοί συγγενείς μονοπώλησαν τα ανώτερα αξιώματα, ιδιαιτέρως τα στρατιωτικά."
Αλέξιος Α΄Κομνηνός
https://www.palaiochori.gr/2022/11/blog-post_44.html