Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Στις όχθες του ποταμού Χαβρία υπάρχουν οι :
- Ο  Βακούφκος Μύλος (Παλιός Νερόμυλος) είναι «ανατολικός» ή «ελληνικός» με τη μικρότερη εσωτερική οριζόντια φτερωτή ( όπου η ποσότητα του νερού είναι μικρή και γινεται εκμετάλλευση πίεσης από υδατόπτωση). Ο νερόμυλος με την οριζόντια φτερωτή είναι διαδόμένος στον ελληνικό χώρο από την Βυζαντινή επόχή (γι’ αυτό και ονομάστηκε «ανατολικός») και ως το τέλος της λειτουργίας του δεν παρουσίασε σημαντική εξέλιξη. Στην προβιομηχανική περίοδο το βασικότερο προϊόν για τη διαβίωση του ανθρώπου ήταν το σιτάρι το οποίο μεταποιούνταν σχεδόν αποκλειστικά σε ψωμί. Καθώς οι χειρόμυλοι δεν επαρκούσαν στο άλεσμα, η χρήση των νερόμυλων ήταν απολύτως απαραίτητη. Τα κτίσματα των μύλων είναι λιθόκτιστα (συνήθως ένας ορθογώνιος χώρος με πατάρι καμιά φορά για τη διανυκτέρευση του μυλωνά). Η κατασκευή της στέγης είναι προσαρμοσμένη στην τοπική αρχιτεκτονική με ξύλινη σκεπή σκεπασμένη με κεραμίδια ή σχιστολιθικές πλάκες. Στη μια άκρη του κτίσματος υπήρχε συνήθως ο αλεστικός μηχανισμός, ενώ στην άλλη περίμεναν οι πελάτες, γίνονταν οι συναλλαγές και η αποθήκευση. Ο μηχανισμός του νερόμυλου αποτελείτο από δύο μέρη: το κινητικό, που το αποτελούσαν η φτερωτή και τα εξαρτήματά της, και το αλεστικό, που περιλάμβανε τις μυλόπετρες και τα εξαρτήματα λειτουργίας.
και η
         -    Ντρίστα (Ντριστέλλα-Υδροτριβείο)  είναι ένας ξύλινος κάδος σε σχήμα κώνου και βαθύς. Συναρμολογείται από σφηνωμένες μεταξύ τους πλανισμένες σανίδες σε σχήμα σφήνας και δένεται περιφερειακά με σιδερένια τσέρκια. Επειδή μοιάζει με βαρέλι, κατασκευάζεται συνήθως από βαγενά (βαρελά) και όχι από μαραγκό. Το μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται χωμένο βαθιά στο έδαφος, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να ανοίξουν τα τοιχώματα από την πίεση του νερού. Το στενό του άνοιγμα έχει διάμετρο 0,40 μ. και το πλατύ του 2μ. Το ύψος του είναι 2μ. και έχει χωρητικότητα 5 κ.μ. νερού και 75 κ. υφαντών. Η νεροτριβή επεξεργάζεται μάλλινα υφαντά (φλοκάτες, μαλλιώτα, κάπες κλπ.). Η πτώση του νερού στον κάδο προκαλεί τη δημιουργία στροβίλων, οι οποίοι συμπαρασύρουν τα υφαντά στη δίνη τους. Με την τριβή του νερού τα υφαντά «αναμαλλιάζουν», χνουδιάζουν, γίνονται αφράτα και τα στημόνια με τα υφάδια δημιουργούν ένα σώμα (κλείνουν τα αναμεταξύ τους κενά). Λειτούργησαν δύο τύποι νεροτριβής: οι γυριστές, με μεγαλύτερη διάμετρο, στις οποίες το νερό εκτοξευόταν από το στόμιο του βαγενιού στο τοίχωμά του, δημιουργώντας περιστροφική κίνηση και οι βουτηχτές, στις οποίες το βαγένι ήταν πιο όρθιο και το νερό εκτοξευόταν σχεδόν κατακόρυφα. Οι προφορικές μαρτυρίες για το χρόνο της λειτουργίας των νεροτριβών φτάνουν ως τις μέρες μας όπου γίνεται η επεξεργασία της φλοκάτης, το πλύσιμο των κουβερτών κ.λ.π. .Οι νεροτριβές συνέβαλαν πολύ στη βιοτεχνική άνθιση των μάλλινων υφαντών, κυρίως της φλοκάτης. Συστεγασμένη με το νερόμυλο.

σε αυτούς τους "νερόμυλους στις όχθες του Χαβρία"  κάνει σαφή αναφορά στο Voyage dans la Makedonie  και ο Γάλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης Espirit m. Cuisinery αφού στα 1793 κατά την διάρκεια της επισκέψης του στο Παλαιοχωρι Χαλκιδικής τους είδε σε πλήρη λειτουργία. 





Το Παλαιοχώρι Χαλκιδικής είχε κατά μήκος του ποταμού Χαβρία αρκετές ντρίστες (νεροτριβές) που ταυτόχρονα δουλεύανε και ως νερόμυλοι (αυτούς βρήκε και ο Κουζινερύ στα 1793).
Τα νερά στους χειμάρρους του Παλαιοχωρίου, στον ποταμό Χαβρία, στις λιμνούλες «Μπάρα μικρή» και «Μπάρα Μεγάλη» ήταν άφθονο και πόσιμο.
Στα νερά τους ψαρεύανε μπριάνες και τιρνάρια, είχε νερόφιδα, καβούρια, χέλια,  πολλά υδρόβια πουλιά όπως κολοπιπινια (νερόκοτες?) και βίδρες (παραρτήματα) .

Νότια του Παλαιοχωρίου στην περιοχή «Τσικνιά η Βρύση» & «Καινούργιο Γεφύρι» σμίγανε με τον Χαβρία οι εξής χείμαρροι και ρέματα: 
"Τσικνιά η Βρύση" 17:15μμ, 8/12/2014, fb Παλαιοχωρινών

α) ο χείμαρρος που ξεκινά από τον «Γκούτλου», γεμίζει και με τα νερά της «Βαλτούδας» δίπλα από το "Καστέλι" στις «Κρανιές», διαπερνά τις «Παλιόχωρες» και τον "Παλιοχωρινό Κάμπο" και γεμίζει με τα νερά και από το «Πθαρούδι». 
Φτάνει βόρεια του λόφου που σήμερα είναι το Κέντρο Υγείας Παλαιοχωρίου και ανταμώνει τον Χαβρία στην περιοχή «Τσικνιά τ΄βρύση» όπου και εκεί υπήρχε πηγή νερού.  
Παραπόταμος Χαβρία Κέντρο Υγείας 17:10μμ , 8/12/2014, fb Παλαιοχωρινων

β) του χειμάρρου που έρχεται από Αρναία διατρέχει νοτίως τα «Ε(ή "Ομ" ή "Ι") βραίϊκα λειβάδια» και ονομάζεται “Μαρουνίκ ο λάκκος”.
Μαρουνίκ' Λάκκος 17:20μμ, 8/12/2014, fb Παλαιοχωρινών

γ) μικρός χείμαρος που ξεκινά από «Μπάρες» διατρέχει τα «Ε(ή "Ομ" ή "Ι") βραίϊκα λειβάδια» νοτίως του λόφου που σήμερα είναι το Κέντρο Υγείας Παλαιοχωρίου
Ρ'έμα "Μπάρες" ,17:15μμ,  8/12/2014, fb Παλαιοχωρινών

Επίσης στον Χαβρία καταλήγει και μικρό ρέμα που διέρχεται πλησίον της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου 

Ρέμα Αγίου Αθανασίου 17:35μμ., 8/12/2014, fb Παλαιοχωρινών

Εδώ θεωρώ απαραίτητο να δηλώσω και την παρουσία του χειμάρου (έχει πλέον διαμορφωθεί με τσιμεντένια πλακωσκεπή στα τέλη της δεκαετίας 1970) και περνά από το Παλαιοχώρι τέμνοντας το από τα Ανατολικά προς τα ΝότιοΔυτικά μέχρι να ενωθεί με τον Χαβρία στην περιοχή «Καζάνι»
Ρέμα - Πλακοσκεπή 17:30μμ., 8/12/2014, fb Παλαιοχωρινών


Χαβρίας στην θέση "Καζάνι" 17:30μμ., 8/12/2017, fb Παλαιοχωρινών


Χαβρίας στην θέση "Καζάνι" 17:30μμ. 8/12/2017, fb Παλαιοχωρινών

Από την περιοχή που ενώνονται οι χείμαρροι με τον Χαβρία δηλαδή περιοχή «Τσικνιά η Βρύση» & «Καινούργιο Γεφύρι» ξεκινά τεχνητό αυλάκι «μυλωναύλακο» που τροφοδοτεί με νερό τον πρώτο μύλο-ντρίστα που βρίσκεται 100 περίπου μέτρα πιο κάτω και ονομάζεται του «Μακαβού».

Ο ποταμός Χαβρίας συνεχίζει και στα επόμενα περίπου 100 με 150 μέτρα σμίγει με τον χείμαρρο «Παπαράδικο» που έρχεται από πηγή «Μάνα» που διατρέχει τα «Πνικαριά» και μετά ενώνεται με τον Χαβρία.



Στον Χαβρία τώρα θα βρούμε στο διάβα μας να καταλήγει και ένας μεγάλος χείμαρρος που κατεβάζει νερά από τον Χολομώντα.

Στην «Δέση» (πέτρινη δεξαμενή) λίγο πιο κάτω υπάρχει μεγάλο «μυλώνάυλακο» που τροφοδοτεί την ντρίστα – μύλο  στην περιοχή «Βακούφκος Μύλος» ιδιοκτησίας Σιώκου Δημητρίου, όπου δίπλα σε αυτόν την δεκαετία του 1960 ο μηχανικός – μεταλλειολόγος Ξενάριος λειτούργησε εργοστάσιο «πλυντήριο» χαλκού για επεξεργασία των μεταλλευμάτων από το επιφανειακό ορυχείο και τις στοές στις Σκουριές.

Στα 50 – 100 μέτρα πιο κάτω μετά την περιοχή «Ζέρβα τα πλατάνια» όπου κάνανε και μπάνιο ξεκινά νεό «μυλοναύλακο» που τροφοδοτεί με νερό την ντρίστα Σιώκου Αθανασίου (Ντερσενέ)

περιοχή "στου Ζέρβα τα πλατάνια" 1/7/1960 ψάρεμα με βαριά και μπάνιο
Εικονιζόμενος Μπογάς Γεώργιος 
Φωτογράφος Κωσταντίνος Τζιουρτζιούμης

Στην συνέχεια ανταμώνουμε την ντρίστα Τσιντογιάννη Γεωργίου
για να καταλήξουμε στην ντρίστα Σιώκου Γ. Αθανασίου στην περιοχή «Κάστρο Νέπωσι». 



Μετά το Νέπωσι  πριν το Περιστέρι χύνεται στον Χαβρία ο "Καρατζιάς λάκκος" που έρχεται από την περιοχή της "Μακουβίνας" (από το Μακ + βίνα = vinum < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *woino-, *wóih₁nom. Συγγενικό με το (αρχαία ελληνική ) οἶνος   )

Από εκεί ο Χαβρίας συνεχίζει την ορμητική του πορεία προς την όμορφη χαράδρα της περιοχής «Περιστερίου» https://moyzas.blogspot.gr/2016/05/blog-post_60.html με τους υπέροχους καταρράκτες της και λίγο πιο πριν ανταμώνει το "Μαυρόλακκο" ή "Μαυρονέρια" που έρχονται από την περιοχή "Ρίμπα οι Μπαχτσέδες" της Πραβήτας 


στην συνέχεια ανταμώνουμε τον χείμαρρο που έρχεται από Σκουριές και συνεχίζει προς Σμύξη Πλανάς.

Μέσα στον οικισμό, δίπλα στον Χαβρία, περίπου 50 μέτρα ανατολικά του γεφυριού που οδηγεί στην Κοιμητηριακή εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ υπήρχε μύλος ιδιοκτησίας Παπαγεωργίου Δημητρίου & Βλάχου νέας τεχνολογίας (ντίζελ). 

Χαβρίας 17:00 μμ., 8/12/2014, fb Παλαοχωρινων

Επίσης τα «μυλώναυλακα» αυτά λειτουργούσαν και ως αρδευτικά έργα αφού από αυτά ποτίζανε και οι παρακείμενοι μπαχτσέδες (μικρές καλλιεργήσιμες εκτάσεις) που συντηρούσαν με τα προϊόντα τους πατάτες, φασόλια, λαχανικά τον πληθυσμό του Παλαιοχωρίου για αρκετές γενιές.
Στις ντρίστες έπλεναν τα ρούχα τους, τα υφαντά τους, τα κιλίμια τους, τις τσιέργιες τους (φλοκάτες μάλλινες) και τις μάλλινες κλωστές για να δημιουργήσουν τα υπέροχα υφαντά του Παλαιοχωρίου https://moyzas.blogspot.gr/2016/05/blog-post_19.html στους αργαλειούς που είχε το κάθε Παλαιοχωρινό σπίτι με φυσικά – φυτικά χρώματα. 

Τεκμηρίωση: Χρυσή Μαρκογιάννη
                     Ρίμπας Αθανάσιος
                     Μπουγάς Γεώργιος
                     Παπανικολάου Αστέριος

*******************************************************************
Παραρτήματα :
1. ΒΙΔΡΑ

Η ευρασιατική βίδρα είναι ένα μικρόσωμο ζώο που ζει στις όχθες των ποταμών και των λιμνών και μόνο όπου τα νερά είναι πολύ καθαρά. Θεωρείται από τα σπανιότερα και πιο απειλούμενα θηλαστικά της ηπείρου. Αποτελεί σημαντικό δείκτη υγείας των ορεινών υδάτων και γι’ αυτό προστατεύεται αυστηρά σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Τρέφεται με ψάρια σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80%, αμφίβια, ερπετά (νερόφιδα), ασπόνδυλα (κυρίως καβούρια), πουλιά και μικρά θηλαστικά. Στην Ελλάδα θεωρείται ότι υπάρχει ένας από τους πυκνότερους και με μεγάλη εξάπλωση πληθυσμούς. Στην κεντρική Ελλάδα εμφανίζεται μία μικρή διάσπαση των πληθυσμών, ενώ μερικοί απομονωμένοι πληθυσμοί βρίσκονται στην Κέρκυρα και στην Εύβοια.
Απειλές 
Ø      Η ρύπανση των ποταμών και των λιμνών.
Ø      Η αποξήρανση των υγροτόπων και τα υδροηλεκτρικά φράγματα.
Ø      Η καταστροφή της παρόχθιας βλάστησης σε λίμνες και ποτάμια κι η κατάκλιση των βιοτόπων από τεχνητούς ταμιευτήρες στα ποτάμια.
Όλα τα παραπάνω απορρέουν από την ανθρώπινη δραστηριότητα.
Γνωρίζατε ότι: 
Χρειάζεται το γλυκό νερό για να καθαρίζει τη γούνα της.
Πολλές φορές παίζει γλιστρώντας στη λάσπη των όχθων ή στο χιόνι.
Το αρσενικό ασχολείται ελάχιστα με τη φροντίδα των νεογνών.
Η φωλιά της βρίσκεται σε στοά πάνω από τη στάθμη του νερού κι έχει δύο εξόδους, μία προς το έδαφος και μία προς το νερό.
Kυνηγάει συνήθως το βράδυ, ενώ περνά την ημέρα της σε λαγούμι με υποβρύχια είσοδο.
Η γούνα της προσφέρει, λόγω της δομής των τριχών, μια ιδιαίτερα αποτελεσματική μόνωση από το κρύο και την υγρασία.
Καθημερινά ξοδεύει το 10% του χρόνου της για την φροντίδα της γούνας της.
Βλέπει, ακούει και μυρίζει πολύ καλά, έξω και μέσα από το νερό!

http://www.arcturos.gr/animals/vidra/

2. Βιργιάνα ή μπριάνα ή μουστακάτο ή ποταμολάβρακο (Barbus plebejus)

Προστατεύεται από την οδηγία 92/43/ΕΟΚ (ως ζωικό είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος που επιβάλλεται ο καθορισμός ζωνών προστασίας τους), από τη σύμβαση της Βέρνης (ως είδος πανίδας υπό προστασία) και από το Προεδρικό Διάταγμα 67/1981 (ως προστατευτέο είδος).
Είναι το πιο συνηθισμένο ψάρι του γλυκού νερού. Δεν αποφεύγει τις περιοχές με ισχυρή ροή, αρκεί να είναι πετρώδεις ή χαλικώδεις. Είναι παμφάγο είδος. Τρέφεται με φύκη και άλλα πράσινα φυτά, με ασπόνδυλα και με νεκρά έντομα που πέφτουν στο νερό. Είναι εύγεστο ψάρι αν και έχει πολλά αγκάθια. 
Πως θα την αναγνωρίσουμε: Το μήκος της μπορεί να φθάσει και τα 25 εκ. και το βάρος της τα δυο-τρία κιλά. Το σώμα του είναι επίμηκες και στρογγυλό. Το χρώμα είναι καφέ στην ράχη κιτρινωπό στα πλάγια και λευκό στην κοιλιά. Συχνά υπάρχουν σκούρα στίγματα ή καφετιές κηλίδες. Έχει παχιά χείλη που περιστοιχίζονται από τέσσερα μουστάκια (προσακτρίδες), τα οποία είναι όργανα αφής και γεύσης που βοηθούν το ψάρι να ανιχνεύει για τροφή στο βυθό. Έχει κοντό ραχιαίο πτερύγιο στη μέση περίπου του κορμού, με την πρώτη του ακτίνα οδοντωτή. Τα πλευρικά πτερύγια βρίσκονται στο ίδιο ύψος με το ραχιαίο. Το ουραίο είναι διχαλωτό και το εδραίο κοντό και μυτερό.



3. Τυλινάρι (Leucipus cephalus macedonicus)


Βρίσκεται στο Κόκκινο Βιβλίο (ως ενδημικό είδος για την Ελλάδα και απειλούμενο τοπικά).
Προτιμά περιοχές μέσης έως χαμηλής ροής. Μπορεί να βρεθεί και σε στάσιμα νερά. Στην αρχή της ζωής τους δημιουργούν κοπάδια, στη συνέχεια όμως είναι μονήρη. Τρέφονται με προνύμφες υδρόβιων εντόμων και με υδρόβια ασπόνδυλα, μικρά ψάρια, βατράχια, κ.λ.π.. 
Πως θα το αναγνωρίσουμε: Είναι πολύ μεγάλο ψάρι. Φθάνει μήκος περίπου στα 60 εκ. και το βάρος του τα πέντε κιλά. Το κεφάλι του είναι πεπλατυσμένο. Διαθέτει αμβλύ ρύγχος και φαρδύ στόμα. Το σώμα καλύπτεται από μεγάλα λέπια. Το χρώμα στη ράχη είναι λαδί προς καφέ σκούρο, στα πλευρά ασημίζει και από κάτω έχει χρώμα λευκό.




4. Το χέλι


Το χέλι είχε πάντοτε περίοπτη θέση σε όλες τις ευρωπαϊκές κουζίνες, από τη Λευκή Θάλασσα μέχρι τον Εύξεινο Πόντο (Μαύρη Θάλασσα). Για τον λόγο αυτό αποτελεί από παλιά αντικείμενο παραδοσιακής εκτατικής εκτροφής η οποία συνίσταται στον περιορισμό των χελιών μέσα σε λίμνες. Η ιταλική vallicoltura (ιχθυοκαλλιέργεια σε ιταλικές λιμνοθάλασσες) είναι από παλιά η βασική πηγή παραγωγής χελιών στην Ευρώπη. Το χέλι όμως έχει αρχίσει πλέον να σπανίζει. Έχει ταξινομηθεί ως σοβαρά απειλούμενο είδος στον κόκκινο κατάλογο της Διεθνούς Ένωσης για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων (IUCN) και από το 2007 αποτελεί αντικείμενο ευρωπαϊκού σχεδίου αποκατάστασης. Καθώς το χέλι δεν αναπαράγεται πλέον σε συνθήκες αιχμαλωσίας, οι χελοκαλλιέργειες βασίζονται σήμερα στην αιχμαλώτιση νεαρών χελιών τα οποία αναπτύσσονται στη συνέχεια υπό καθεστώς εντατικής εκτροφής με τη χρήση συστημάτων ανακυκλοφορίας του νερού, ιδίως στις Κάτω Χώρες, στη Δανία και στην Ιταλία.

https://ec.europa.eu/fisheries/marine_species/farmed_fish_and_shellfish/eel_el

5. ΝΕΡΟΚΟΤΑ ( Gallinula chloropus )

Από τα πιο τυπικά υδρό­βια, τη βρίσκουµε όπου υπάρχει νερό. 'Οι Νερόκοτες που απαντούν στην Ελλάδα είναι επιδηµητικές αλλά το χειµώνα καταφθάνουν κι άλλες από το Βορρά. Χοντρό, µαυριδερό πουλί, ζει στα τέλµατα, τους νερόλακκους και τα στάσιµα νερά,σε κανάλια, λίµνες και ποτάµια. Πλέει µε ευκινησία, κουνώντας νευρικά το κεφάλι και, εάν χρειαστεί, βουτάει για να αποφύγει τον κίνδυνο.
Μήκους 33 εκατοστών, η Νερόκοτα έχει µια ζωηρή αλλά ακανόνιστη λευκή γραµ­µή στα πλευρά που «σπάει» τη µονοτονία του µαύρου φτερώµατος της, άσπρα τα κάτω καλυπτήρια φτερά της ουράς, κόκκινο µέτωπο και κόκκινο ράµφος µε κίτρι­νη άκρη. Τα πράσινα πόδια της έχουν πάνω από την άρθρωση µια κόκκινη ... «καλτσοδέτα».'ΟΙ ανήλικες Νερόκοτες έχουν φτέρωµα σταχτοκάστανο µε ασπρου­δερή κοιλιά, ενώ το ράµφος και το µέτωπό τους είναι καστανοπράσινα.
Η Νερόκοτα προτιµάει το κολύµπι από το πέταγµα. Δύσκολα σηκώνεται από τα νερά του έλους όπου συχνάζει. Όταν αποφασίσει να πετάξει, διανύει αρκετή απόσταση φτερουγίζοντας, τρέχοντας σχεδόν πάνω στην επιφάνεια του νερού, προτού απογειωθεί! Η πτήση της, σε χαµηλό ύψος, δεν διαρκεί πολύ. Όσο για τη φωνή της, είναι ένα τραχύ και διαπεραστικό «ΚΙΡΡΚ». Η Νερόκοτα τρέφεται µε φυτά, έντοµα, αβγά ψαριών.
Φωλιάζει στις καλαµιές και τους θάµνους κοντά στο νερό, καµιά φορά και στα δέντρα ή και σε παλιές φωλιές άλλων πουλιών. Γεννάει άνοιξη και καλοκαίρι από 5-9 αβγά που κλωσσούν και οι δύο γονείς επί 21-22 ηµέρες. 'Οι νεοσσοί δέχονται τις περιποιήσεις του αρσενικού και του θηλυκού και κάνουν τα πρώτα τους πετάγµατα µετά από 40-50 µέρες ζωής. Συχνά τα παιδιά της πρώτης γέννας βοηθούν στην ανατροφή των µικρών τους αδερφών που γεννιούνται αργότερα.




0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου