Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

Του Κ. Βακαλόπουλου.
Επαναστατικές ενέργειες των Ελλήνων υποδούλων της Μακεδονίας 
από την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου 
ως το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου (1830-1856).

1. Η αναταραχή που επικρατεί στον μακεδονικό χώρο στις αρχές της δεκαετίας του 1830-1840, χαρακτηρίζεται από την έντονη ληστρική δραστηριότητα τόσο στη Δυτική και Βορειοδυτική Μακεδονία όσο στην Κεντρική και στην Ανατολική.


Στην Δυτική και στη Βορειοδυτική Μακεδονία οι επιδρομές των Αλβανών ατάκτων είχαν δημιουργήσει μια αφόρητη κατάσταση στους κατοίκους της Σιάτιστας και της Κοζάνης, οι οποίοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο ν’ αμυνθούν απέναντι στις σφοδρές επιθέσεις των Αλβανών αρχηγών Ταφίλ Μπούζη και Ασλάν μπέη.

Οι αλβανικές επιδρομές είχαν επεκταθεί και στις γεωγραφικές περιφέρειες της Καστοριάς, του Μοναστηριού και του Περλεπέ, αλλά και της Ανατολικής και της Κεντρικής Μακεδονίας.

 Στα μέσα του 1830 ο Ρουμελή βαλεσή Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς του Μοναστηριού πέτυχε να εξοντώσει τους αρχηγούς των Αλβανών ατάκτων, αλλά η νίκη αυτή υπήρξε προσωρινή, γιατί η αναταραχή θα συνεχιστεί και στις επόμενες δεκαετίες.

Στην Κεντρική Μακεδονία οι τουρκικές προσπάθειες είχαν στραφεί προς την εξάλειψη των ελληνικών επαναστατικών εστιών, που συνέχιζαν να δραστηριοποιούνται μετά την εξέγερση του 1821, όπως τα σώματα των αρματολών Γεωργ. Σύρου στη Βέροια, των Δήμου Λάζου, Θανάση και Αναγνώστη Μπιζιώτα στα Σέρβια, Παναγ. Τσάρα στην Ελασσόνα, Δήμου Τζαχίλα στη Ραψάνη, Μιχάλη Πιτζιάβα στο Λιτόχωρο, Διαμαντή Νικολάου και πολλών άλλων.

Από το Δεκέμβριο του 1830 οι τουρκικές αρχές είχαν εντείνει την καταδίωξη για την σύλληψη των Ολυμπίων οπλαρχηγών, οι οποίοι, μετά την καταστολή του επαναστατικού κινήματος στη Νάουσα και στην περιοχή του Ολύμπου, είχαν καταφύγει στις Βόρειες Σποράδες, και από εκεί επιχειρούσαν αλλεπάλληλες επιδρομές στα παράλια του Θερμαϊκού και της Χαλκιδικής.

 Πολλά χωριά του Ολύμπου δέχονταν τις επιθέσεις των τουρκικών στρατευμάτων, που αναζητούσαν με επιμονή τους οπλαρχηγούς Διαμαντή Νικολάου και Μιχαήλ Πιτζιάβα.

 Οι συνεχείς βιαιοπραγίες σε βάρος των Ελλήνων κατοίκων της Κεντρικής Μακεδονίας είχαν προκαλέσει τις εντονότατες παρεμβάσεις των Ευρωπαίων διπλωματικών εκπροσώπων της Θεσσαλονίκης προς τις ντόπιες τουρκικές αρχές, από τις οποίες είχαν ζητήσει την οριστική επίλυση των διαφορών τους με τους Ολύμπιους και Κασσανδρινούς οπλαρχηγούς.

 Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να προτείνουν συμβιβαστική λύση, η οποία πρόβλεπε την ακώλυτη μετάβαση των αρματολών στο ελληνικό κράτος ή τον σεβασμό της ζωής και της περιουσίας τους σε περίπτωση, που θα συνέχιζαν να παραμένουν στην οθωμανική επικράτεια.
Ωστόσο οι ενέργειες αυτές των Ευρωπαίων προξένων έμειναν χωρίς αποτέλεσμα, γιατί οι Τούρκοι εξακολούθησαν την καταδίωξη των Ελλήνων οπλαρχηγών, οι οποίοι προκαλούσαν σημαντικές φθορές στον τακτικό στρατό.


 Οι δυνάμεις των επαναστατών είχαν το κρησφύγετό τους στην Αμουλιανή, από όπου επιχειρούσαν αιφνιδιαστικές επιθέσεις στον Θερμαϊκό κόλπο.

 Σε μια απ’ αυτέξ τις επιχειρήσεις, που πραγμάτοποιήθηκε τον Μάρτιο του 1833, πιάστηκαν αιχμάλωτα 6 πλοία με 170 άντρες και αρχηγούς τους Καραμήτσο, Βούλγαρη, Ζαγοριανό, Μουχαρέμ και Υδριώτη.
Θεόδωρος Βαλλιάνος
Ο πρώτος Έλληνας πρόξενος στη Θεσσαλονίκη (1835)
 

 Από τα μέσα της δεκαετίας του 1830-1840 εντάθηκε η πειρατική δραστηριότητα των Ελλήνων καπετάνιων με την πρωτοβουλία του υπασπιστή του Όθωνα Τσάμη Καρατάσου, ο οποίος βρισκόταν στις Βόρειες Σποράδες και διατηρούσε μυστικές επαφές με τον Έλληνα πρόξενο της Θεσσαλονίκης Θεόδωρο Βαλλιάνο. 

Τον Νοέμβριο του 1835 οι τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης δεν δίστασαν να ενοχοποιήσουν τον Έλληνα διπλωματικό εκπρόσωπο και να τον κατηγορήσουν στους Ευρωπαίους προξένους για την παροχή προστασίας προς τον Τσάμη Καρατάσο. 

Η κατάσταση άρχισε βαθμιαία να χειροτερεύει καθώς οι τουρκικές αρχές βρίσκονταν (στα 1837-1838) πια στα ίχνη των Ελλήνων αρματολών Χαρίση, Πιτζιάβα, Ζέρβα, Μελισσόβα, Μπιγκιώτη, Τσόρα Μήτσου, Χαιρόπουλου και Γκουντρόβα.
 Μάλιστα τον Μάϊο του 1838 πέτυχαν την εξόντωση του Πιτζιάβα και των αντρών του καθώς και του Γκουντρόβα και των αδελφών Κάπα.

Ωστόσο η ελληνική ανταρτική δραστηριότητα θα συνεχιστεί και στα επόμενα χρόνια χωρίς να σταθεί δυνατό για τα τουρκικά στρατεύματα να εξαλείψουν τις επαναστατικές εστίες και να αναστείλουν την επαναστατική εγρήγορση του ελληνισμού της Μακεδονίας, όπως μαρτυρείται ήδη στα 1837 στην περιοχή Γιαννιτσών. 

Πολλές φορές οι Τούρκοι δέχονταν να συμβιβαστούν με την παρουσία των αρματολών και να τους αναθέσουν και πάλι την φρούρηση ορισμένων δερβενιών.
Κατά τη διάρκεια της τελευταίας φάσης της τουρκοαιγυπτιακής κρίσης του 1839- 1841 και ιδιαίτερα στις παραμονές της Κρητικής εξέγερσης (στα 1841) παρατηρήθηκαν έντονες ζυμώσεις στην Αθήνα ανάμεσα στις διάφορες μυστικές εταιρείες, που καλλιεργούσαν το επαναστατικό κλίμα στις υπόδουλες επαρχίες.

 Παράλληλα συνεχίζονταν οι ποικίλες επαφές του παλαίμαχου αγωνιστή του 1821 Ιωάννη Μακρυγιάννη με Μακεδόνες πρόσφυγες στο ελληνικό βασίλειο. 

Η Μακεδονία θα βρεθεί σύντομα σε νέα περίοδο αναταραχής και οι κάτοικοί της θα γνωρίσουν καινούργιες περιπέτειες.

Τότε λοιπόν ο Μακρυγιάννης διαδραμάτισε συντονιστικό ρόλο στις επαναστατικές αυτές ενέργειες.
 Έτσι ήλθε σε συνεννόηση με τον Τσάμη Καρατάσο, τον οπλαρχηγό Γ. Βελέντζα, τον Μακεδόνα αρχηγό του ελληνικού ιππικού στην Κρήτη Βασίλη Αθανασίου και τον Καβαλιώτη Ιλαρίωνα Καρατζόγλου, τον οποίο έστειλε στα Μαντεμοχώρια, για να οργανώσει την ελληνική αντίσταση. 

Ακόμη, με την κοινή συνεργασία της «Φιλορθοδόξου Εταιρείας», προετοίμαζε την αποστολή εμπίστων ανθρώπων στα Μαντεμοχώρια.

 Στις παραμονές της Κρητικής εξέγερσης η Πύλη άρχισε να παίρνει αυστηρά μέτρα για την καταστολή ενδεχόμενων επαναστατικών ενεργειών στη Μακεδονία.
 Διόρισε μάλιστα ως διοικητή της Θεσσαλονίκης τον σκληρό στρατιωτικό Εμίν πασά και προσπάθησε με κάθε τρόπο να κατευνάσει τα πνεύματα, που ήταν ιδιαίτερα οξυμμένα από τις φήμες, οι οποίες κυκλοφορούσαν για επικείμενες χριστιανικές εξεγέρσεις στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία.

 Οι φήμες αυτές υποκινούνταν κυρίως από τους πράκτορες του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου και απέβλεπαν στον ξεσηκωμό των χριστιανικών πληθυσμών του μακεδονικού χώρου.

 Από τον Απρίλιο του 1841 παρατηρήθηκαν επαναστατικές ενέργειες στον 'Αθω με την αποστολή πολεμοφοδίων στους υπόδουλους Έλληνες.

 Ένα μήνα αργότερα έφτασαν εκεί πολυάριθμοι κλέφτες μεταμφιεσμένοι σε εμπόρους, ενώ στις αρχές Ιουνίου σημειώνεται η απόβαση του Ιλαρίωνα Καρατζόγλου στο Άγ. Όρος.

 Η αποστολή του απέτυχε και ο ίδιος πιάστηκε αιχμάλωτος και αποκεφαλίστηκε τελικά στις 30 Σεπτεμβρίου του 1841.

 Στο μεταξύ, από τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, φημολογούνταν η διείσδυση του Γιάννη Βελέντζα στο τουρκικό έδαφος με πολυάριθμο σώμα. Αλλά και η αποστολή του Βελέντζα δεν είχε αίσιο τέλος. Η έλλειψη συντονισμού των επιχειρήσεων, η διχόνοια ανάμεσα στους Έλληνες αγωνιστές, η αρνητική στάση των μοναχών του Αγ. Όρους, που είχαν ήδη υποστεί την οδυνηρή εμπειρία της αποστολής του Ιλ. Καρατζόγλου, αλλά και η έγκαιρη άφιξη τουρκικών δυνάμεων, οδήγησαν την επιχείρηση σε ναυάγιο. 

Το τέλος υπήρξε τραγικό. 

Πολλοί Έλληνες οπλαρχηγοί πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οι ελληνικοί πληθυσμοί υπέστησαν τις κακοποιήσεις και τις βιαιοπραγίες των τουρκικών στρατευμάτων.

Ο θλιβερός απολογισμός του αντίκτυπου της Κρητικής εξέγερσης του 1841 στη Μακεδονία ανέστειλε προσωρινά, όπως ήταν φυσικό, τον επαναστατικό ζήλο του ελληνισμού της Μακεδονίας, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να κάμψει το ηθικό του. 

Έτσι τον Απρίλιο του 1844 εμφανίστηκε στην περιοχή της Βέροιας ο οπλαρχηγός Παπαγάλος, ο οποίος, όπως μας πληροφορούν οι αρχειακές μαρτυρίες, συμμετείχε ενεργά στα σώματα των αρματολών Καραμήτσου και Χαρίση.

 Ο Παπαγάλος αιφνιδιάστηκε από τον τουρκικό στρατό, αλλά πέτυχε να διαφύγει, γιατί η παρουσία του σημειώνεται και πάλι στις αρχές Μαΐου κοντά στη Βέροια. Την ίδια εποχή παρατηρήρηκε διείσδυση ελληνικών ανταρτικών σωμάτων στα Άγραφα με επικεφαλής 10 οπλαρχηγούς, τους οποίους καταδίωκε συγγενής του Αμπάς αγά.

 Οι τουρκικές αρχές επαγρυπνούσαν συνέχεια απέναντι σε ενδεχόμενες ελληνικές επαναστατικές ενέργειες και τον Μάρτιο του 1845 πήραν συγκεκριμένα προφυλακτικά μέτρα.
 Ένα μήνα αργότερα οι Οθωμανοί συγκέντρωσαν ισχυρά άτακτα στρατεύματα στη Λάρισα, για να προλάβουν τη διείσδυση ελληνικών σωμάτων στο τουρκικό έδαφος, αλλά και για να καθησυχάσουν τους ανήσυχους μουσουλμανικούς πληθυσμούς.

Πραγματικά στα τέλη του Απριλίου σημειώθηκαν μεγάλες συμπλοκές κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα με σημαντικές απώλειες και από τις δύο πλευρές. Επικεφαλής των Ελλήνων οπλαρχηγών υπήρξε ο οπλαρχηγός Πλατανιώτης. Οι νέες ταραχές οδήγησαν τις τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης στη λήψη αυστηρών μέτρων ακόμη και μέσα στην πόλη ώστε να εμποδίσουν την έκρηξη επαναστατικού κινήματος .

2. Στα τέλη της δεκαετίας του 1840-1850 ενεργοποιήθηκε και πάλι η ελληνική αντίσταση στη Μακεδονία με την έναρξη της πειρατικής δραστηριότητας στην Καβάλα εκ μέρους του Γιάννη Βελέντζα.

Τον Απρίλιο του 1850 οι αδελφοί Βαρσαμή αποκεφαλίστηκαν στη Θεσσαλονίκη.

Φαίνεται ότι οι περιστάσεις υπήρξαν τόσο πιεστικές ώστε ακόμη και ο ίδιος ο μητροπολίτης υποχρεώθηκε να υπογράψει την καταδικαστική απόφαση.
 Στις παραμονές του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856) παρατηρείται έντονη δραστηριοποίηση των ελληνικών επαναστατικών πυρήνων.
 Έτσι τον Μάϊο του 1852 σημειώνεται η παρουσία Ελλήνων κλεφτών στην Κατερίνη, ενώ οι οπλαρχηγοί Βελέντζας και Καλαμάτας κατευθύνονταν στη Θεσσαλία, για να οργανώσουν τα ελληνικά σώματα.
 Με το ξέσπασμα του επαναστατικού κινήματος στη Θεσσαλία στις αρχές του 1854 επεκτάθηκε η αναταραχή σ’ 'ολόκληρη τη Μακεδονία. Ήδη από τον Αύγουστο του 1853 Έλληνες κλέφτες άρχισαν να δρουν στη Δυτική Μακεδονία, ενώ οι ελληνικοί πληθυσμοί αποζητούσαν απεγνωσμένα την ένωση με το ελληνικό βασίλειο.

 Στον δυτικομακεδονικό χώρο κινήθηκε ο Θεόδωρος Ζιάκας, ο οποίος υπήρξε απόγονος της αρματολικής οικογένειας των Ζιακαίων. Ο Ζιάκας είχε αρχίσει την πολεμική δραστηριότητά του από το 1831, όταν είχε στραφεί με οργανωμένο σώμα κατά του Τουρκαλβανού τοπάρχη Μεχμέτ Τάγου.


 Διεισδύοντας από την επαναστατημένη Θεσσαλία στον δυτικομακεδονικό χώρο, ο Θ. Ζιάκας επιδίωξε να συμβάλει στην απελευθέρωση της περιφέρειας Γρεβενών και της ιδιαίτερης πατρίδας του. Μάλιστα, σε αντίποινα των τουρκικών βιαιοπραγιών σε βάρος των νομαδικών οικογενειών των ορεινών χωριών της περιφέρειας Γρεβενών, ο Ζιάκας εκμηδένησε ισχυρό τουρκικό στράτευμα στο χωριό Διμηνίτσα (Καρπερό) κατά τον Μάϊο του 1854.

 Το σχέδιο του Ζιάκα απέβλεπε τώρα να ξεσηκώσει ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία. 
Για αυτόν τον σκοπό άρχισε να στρατολογεί άντρες, να οργανώνεται και να ανασυντάσσει τις δυνάμεις του. Κοζανίτες, Σιατιστινοί και πολλοί Δυτικομακεδόνες εντάχθηκαν στο σώμα του και σημειώθηκε γενική κινητοποίηση,
 η οποία έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη του ντόπιου πληθυσμού: 
"Εις τα 1854, Μαΐου, έγινε μεγάλη επανάστασή. Εβγήκεν ο αρχηγός Ζιάκας από το ελληνικόν... Ήλθον εις Δεμενίτσα, χωρίον της επαρχίας Γρεβενών, και έκαμαν μεγάλη μάχη με τους Αλβανούς και τους Κέκηδες...».
 Οι σημαντικότεροι από τους οπλαρχηγούς του Ζιάκα ήταν ο γαμπρός του Καραμήτσιος από την Βούρμπιανη της Κόνιτσας —κατά τον Αραβαντινό από τα Γρεβενά— ο Μαλτέζος από τα χωριά του Ασπροποτάμου, ο Αλέξης Γκούντας από το Σπήλαιο Γρεβενών, ο Σταμούλης Τσιουκαντάνας από το Περιβόλι Γρεβενών, και άλλοι.
 Αλλά οι σύντονες προσπάθειες του Ζιάκα δεν καρποφόρησαν, γιατί είχε ήδη ανακαταληφθεί στο μεταξύ το Μέτσοβο από τους Τούρκους στις 27 Μαρτίου/8 Απριλίου 1854 και οι επαναστάτες βρίσκονταν σε δύσκολη θέση. 

Σύγχρονα, οι τουρκικές δυνάμεις κάτω από την αρχηγία του Αβδή πασά των Ιωαννίνων, ενισχύονταν σημαντικά και έντειναν τις βιαιοπραγίες τους σε βάρος των ελληνικών πληθυσμών.
 Ο Ζιάκας αρνήθηκε να δεχθεί τη μεσολάβηση των ξένων προξένων, του Άγγλου Longworth (Μοναστηριού) και του Γάλλου Bertrand (των Ιωαννίνων), και συγκρούστηκε στις 16/28 Μαΐου με τους Τούρκους στο χωριό Σπήλαιο των Γρεβενών.

 Έπειτα από την προβολή σθεναρής αντίστασης, δέχθηκε τις μεσολαβητικές ενέργειες των Ευρωπαίων προξένων και εγκατέλειψε το τουρκικό έδαφος (τέλη Μαΐου).

 Οι Τούρκοι ξέσπασαν σε αιματηρά αντίποινα κατά των επαναστατημένων ελληνικών χωριών και εξαπόλυσαν ένα αληθινό κύμα τρομοκρατίας, το οποίο προκάνεσε μεγάλη εντύπωση ακόμη και στους Ευρωπαίους προξένους της Μακεδονίας.

Σε μια άλλη γεωγραφική περιφέρεια της Νότιας Μακεδονίας, στη Χαλκιδική και στο Αγ. Όρος, όπου η εξέγερση του 1821 είχε αφήσει έντονα ακόμη τα ίχνη της επαναστατικής κινητοποίησης των Ελλήνων, οι τουρκικές αρχές είχαν πάρει έγκαιρα προφυλακτικά μέτρα με την αποστολή ισχυρών ναυτικών δυνάμεων και τον διορισμό του Γιακούπ πασά, τον Ιανουάριο του 185417, με σκοπό τη διασφάλιση της ηρεμίας μέσα στο Αγ. Όρος. 

Στις 11 Φεβρουάριου του 1854 η Ιερά Κοινότητα του Αγ. Όρους εξέδωσε εγκύκλιο, στην οποία υπογράμμιζε προς τους μοναχούς:
 ((Πρώτον κατά χρέος απαραίτητον να είσθε προσεκτικοί εις τας δείνας ταύτας περιστάσεις από ανθρώπους ξένους, αγνώριστους καί υπόπτους... και έκαστον Μοναστήριον να μη δέχεται ανθρώπους ξένους χωρίς να φέρωσιν ανά χείράς των απόδειξιν της Ιεράς Κοινότατος, δεύτερον να διατάξατε τους αρσανάρηδες να είναι πάντοτε έξυπνοι και προσεκτικοί από πλοία ύποπτα και κλέπτικα, και αν έλθη εις τους λιμένας κανένα πλοίον να μη αφίνωσι τους επιβάτας και ναύτας να εύγωσιν εις την ξηράν εάν δεν εμφανίσωσι πρώτον τα διαβατήριά των εις τον υγειονόμον και τον Μουδήρην...». 

Ανάλογες επιστολές στάλθηκαν στους Αγιορείτες και εκ μέρους του πατριάρχη, αλλά και από την πλευρά των εκπροσώπων των μεγάλων δυνάμεων, της Γαλλίας και της Αγγλίας, οι οποίοι προσπαθούσαν να τους κα¬θησυχάσουν και ν’ αναστείλουν οποιαδήποτε ελληνική επαναστατική ενέργεια.

Ωστόσο μέσα στο Αγ. Όρος τα πνεύματα ήταν οξυμμένα καθώς Έλληνες και Ρώσοι πράκτορες, αλλά και ο Έλληνας πρόξενος της Θεσσαλονίκης Κ. Ράμφος και ο πρόξενος της Ρωσίας Α. Μουστοξύδης, προσπαθούσαν να εμφυσήσουν επαναστατική ορμή στους μοναχούς, ενώ ελάχιστοι απ’ αυτούς είχαν πληροφορηθεί για τον επικείμενο ερχομό του συνταγματάρχη Τσάμη Καρατάσου στη Χαλκιδική.

 Οι τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης, υποπτευόμενες ενδεχόμενες ανατρεπτικές'ενέργειες εκ μέρους των Ελλήνων, έστειλαν στις αρχές Μαρτίου στην Κασσάνδρα 500 ατάκτους Τούρκους. 

Καθώς λοιπόν ετοιμάζονταν τα ελληνικά σώματα να εισβάλουν στη Θεσσαλία, ο Καρατάσος, άλλοτε υπασπιστής του Όθωνα και θερμός οπαδός της συσπείρωσης των βαλκανικών λαών για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, κατευθύνθηκε αρχικά στην Εύβοια και έπειτα στη Σκιάθο και στη Σκόπελο, όπου επρόκειτο να αναδιοργανώσει το στόλο του, για ν’ αναλάβει ένοπλη δραστηριότητα στη Χαλκιδική.

Οι επαναστατικές ενέργειες των υποδούλων Ελλήνων δεν άργησαν να γίνουν αντιληπτές και στους διπλωματικούς εκπροσώπους της Αγγλίας, καθώς οι Τούρκοι προωθούσαν βαθμιαία κατασκόπους στο Αγ. Όρος, για να ελέγχουν την κατάσταση.
 Οι Αγιορείτες μοναχοί έσπευδαν σε κάθε περίσταση να διαβεβαιώνουν την Πύλη και τον σουλτάνο για την φιλειρηνική στάση τους, για να αποφύγουν την επιβολή βίαιων αντιποίνων. 

Αλλά οι νικηφόρες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ρώσων κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο είχαν ευνοϊκό αντίκτυπο στο Αγ. Όρος και αρκετοί υπήρξαν εκείνοι οι μοναχοί, οι οποίοι έλπιζαν στην μελλοντική αποκατάσταση των σκλαβωμένων Ελλήνων. 

Τρεις μόνο μοναχοί του Αγ. Όρους γνώριζαν για τον ερχομό του Τσάμη Καρατάσου και σύντομα άρχισαν να παίρνουν προληπτικά μέτρα κάτω από την αυστηρή επαγρύπνηση των τουρκικών αρχών. 

Στις αρχές Απριλίου του 1854 παρατηρούνται ορισμένες επαναστατικές ενέργειες με την εμφάνιση σποραδικών πλοίων με Έλληνες αντάρτες. 

Στο μεταξύ ο Καρατάσος, ο οποίος βρισκόταν στις Βόρειες Σποράδες καταρτίζοντας σώμα ενόπλων από 500 άντρες, αποβιβάστηκε στις 6 Απριλίου στον όρμο του Καλαμιτσίου. Εκεί πληροφορήθηκε την παρουσία ισχυρού τουρκικού στρατιωτικού σώματος στη Συκιά. Τότε προχώρησε σε άμεση αντεπίθεση και πέτυχε να εξουδετερώσει τους Τούρκους ενόπλους.

 Στις 7 Απριλίου, ύστερα από τις αρχικές επιτυχίες του, ο Τσάμης Καρατάσος απευθύνθηκε προς τους Αγιορείτες μοναχούς και τους ζήτησε να δραστηριοποιηθούν μαζί του εκστρατεύοντας στον Πολύγυρο, ενώ σύγχρονα ενημέρωσε και τον παλαίμαχο αγωνιστή του 1821 Στέργιο Χάϊτα, τον οποίο παρακάλεσε να έλθει μαζί του με τους άντρες του.

Η πορεία του Καρατάσου και των αντρών του από τα διάφορα χωριά και κωμοπόλεις πραγματοποιήθηκε μέσα σε παραλήρημα ενθουσιασμού εκ μέρους του ντόπιου ελληνικού πληθυσμού.

 Πρώτα ήλθαν στον Παρθενώνα και από εκεί στη Νικήτη, όπου τους επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή. Και στον Αγ. Νικόλαο όλοι μαζί γιόρτασαν την Ανάσταση. 
Την ίδια μέρα όμως πληροφορήθηκαν την θλιβερή είδηση του βομβαρδισμού των ελληνικών πλοίων από το γαλλικό πολεμικό πλοίο «Le Heron» στον Σιγγιτικό κόλπο. 

Ο Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης Louis de Mornard, πιεζόμενος από τις τουρκικές αρχές και αναλαμβάνοντας μεσολαβητικό ρόλο, για ν’ ανακόψει την επαναστατική κινητοποίηση των Ελλήνων ανταρτών, είχε στείλει το γαλλικό πολεμικό πλοίο «Le Heron» με κυβερνήτη τον Le Begue στον Σιγγιτικό κόλπο με σκοπό τον βομβαρδισμό των ελληνικών πλοίων. 

Ο κυβερνήτης Le Begue, αφού αποδοκίμασε τις επαναστατικές ενέργειες ως πειρατικές, έταξε στους Έλληνες αγωνιστές προθεσμία μιας ώρας και ύστερα από την παρέλευσή της, βομβάρδισε στις 12/24 Απριλίου τον ελληνικό στόλο προκαλώντας σ’ αυτόν σοβαρές απώλειες: 
«Ηείδησις ότι γαλλικόν πολεμικόν ... εβύθισεν εις τον λιμένα του Αγ. Νικολάου την αγολέτταν)) του εκ Γλώσσης Σκοπέλου καπετάν Βαρσαμη, ητις περιείχε τα πολεμοφόδια των επαναστατών, ... εμείωσε τον ενθουσιασμόν των εκδηλώσεων (των εν τω Αγίω Νικολάω), οίτινες, αουδέποτε ηλπιζον να καταπατή την ελευθερίαν αυτών, υποστηρίζον τον βάρβαρον μουσουλμάνον, έθνος χριστιανικόν και φιλελεύθερον)).

Οι πολυάριθμες διαδόσεις που κυκλοφορούσαν στο Αγ. Όρος από την εμφάνιση του Τσάμη Καρατάσου, είχαν προκαλασει έκρυθμη κατάσταση και είχαν δημιουργήσει ατμόσφαιρα ενθουσιασμού.
 Η είδηση της απόβασης του Έλληνα «Αρχιστρατήγου» προκάλεσε εύλογο πανικό στις τουρκικές αρχές της Θεσσαλονίκης, οι οποίες είχαν επικαλεστεί στο μεταξύ την μεσολάβηση του Γάλλου διπλωματικού εκπροσώπου. 
Αλλά ο Καρατάσος δεν έσπευσε να επωφεληθεί από τις αρχικές επιτυχίες του, όπως και από την απουσία ενός καλά οργανωμένου τουρκικού στρατού.
 Έτσι, αντί να κατευθυνθεί προς την Θεσσαλονίκη, όπως αρχικά υπολόγιζε, έμεινε μια ολόκληρη εβδομάδα στη Σιθωνία. Και, ενώ από το Μεγάλο Σάββατο είχε πληροφορηθεί την παρουσία Τούρκων στην Ορμύλια, εκείνος περίμενε να έρθουν στον ' Αγ. Νικόλαο.

 Σπουδαίος ανασταλτικός παράγοντας, που επηρέασε αρνητικά το ηθικό των Ελλήνων, ήταν ο κανονιοβολισμός των ελληνικών πλοίων, ο οποίος είχε πραγματοποιηθεί με την πρωτοβουλία επίσημου εκπροσώπου μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης, αλλά και η απώλεια της γολέττας του καπετάν Βαρσαμή, όπου ήταν φορτωμένα τα πολεμοφόδια των Ελλήνων επαναστατών.

 Σφάλμα στρατηγικής τακτικής διέπραξε ακόμη ο «Αρχιστράτηγος» Καρατάσος, όταν απέφυγε να σπεύσει στον Πολύγυρο διαμηνύοντας στους κατοίκους του να προετοιμάσουν τα απαραίτητα καταλύματα και ανάλογη τροφή για το σώμα του. Η αργοπορία του αυτή του στοίχισε την βαθμιαία απογοήτευση των Πολυγυρινών, ιδιαίτερα μετά την είδηση της καταστροφής του ελληνικού στόλου. 

Ο Καρατάσος έστειλε στον Πολύγυρο, στις 13 Απριλίου, τον Αθ. Βλαχομιχάλη και τον καπετάν Γιώργη στον δρόμο Ορμύλιας-Γερακινής-Αγ. Μάμαντα. Ο Βλαχομιχάλης ενώθηκε με τους κατοίκους του Πολυγύρου και αιφνιδίασε σύγχρονα τις τουρκικές δυνάμεις στο ύψωμα «Καβρόλακας» προς την Γαλάτιστα. 

Την ίδια μέρα, δηλαδή στις 14/26 Απριλίου, τουρκικό σώμα δέχθηκε ελληνική επίθεση από τον Καρατάσο στην Ορμύλια. Η αδυναμία κατάληψης της Ορμύλιας είχε δυσμενή αντίκτυπο στην εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η αιφνίδια μεταστροφή της κατάστασης είχε προκαλέσει μεγάλη αναταραχή μέσα στους κόλπους της Ιεράς Κοινότητας. 
Οι Αγιορείτες μοναχοί δίσταζαν ν’ ανταποκριθούν στα πολυάριθμα και πιεστικά αιτήματα του Καρατάσου για συμμετοχή στην επαναστατική εγρήγορση.
 Και στις 15 Απριλίου έστειλαν την παρακάτω επιστολή προς αυτόν: «...δεν δυνάμεθα να συμ- μορφωθώμεν με τα γραφόμενα σας, καθότι τα τοιαύτα κατά τους θείους καί ιερούς νόμους είναι ανοίκεια του μοναχικού επαγγέλματος... Το χρέος ημών δεν μας υπαγορεύει άλλο τι, ειμή να ευχώμεθα υπέρ ειρήνης του κόσμου, δι ο και παρακαλούμεν θερμώς να μη βαρυθυμήσετε εναντίον μας.,.».

 Φαίνεται ότι η επιστολή αυτή όχι μόνο απογοήτευσε τον Καρατάσο, αλλά προκάλεσε και την έντονη αγανάκτησή του, αν κρίνει κανείς από την απάντησή του: 

«Επαναλαμβάνω δε και διά του παρόντος μου να σας παρατηρήσω, ότι, εάν εγκαταλείφητε την πατρίδα αβοήθητον κατά τον αρξάμενον ιερόν αγώνα, θέλητε είσθε οι παραίτιοί όχι μόνο της καταστροφής της Πατρίδος, αλλά και της καταστροφής της Θρησκείας,... Εάν εντός τριών ημερών από σήμερον δεν έλθωσιν από το 'Αγιον Όρος 1000 τουλάχιστον ωπλισμένοι, αφήνω τον μέγα Θεόν να κρίνη υμάς εν τη δικαιοσύνη αυτού δια την αδιαφορίαν σας».

Και ενώ ο Καρατάσος κυριολεκτικά ικέτευε την συμπαράσταση των Αγιορειτών, οι τουρκικές δυνάμεις ενισχύονταν βαθμιαία.
 Παρολαυτά οι επαναστάτες δεν έχασαν το ηθικό τους. 
Στις 17 Απριλίου τουρκικό σώμα από 300 ατάκτους αιφνιδιάστηκε από τον καπετάν Γεώργη και είχε μεγάλες απώλειες στη θέση «Πσεκούδια» ανάμεσα στον Αγ. Μάμαντα και στην Ορμύλια. 
Στις 21 Απριλίου/3 Μαΐου όμως περίπου δύο χιλιάδες άτακτοι Τούρκοι είχαν οχυρωθεί στα βορειοδυτικά μέρη γύρω από το Βατοπεδινό μετόχι της Ορμύλιας και χίλιοι είχαν τοποθετηθεί ανατολικά απ’ αυτό. 
Επικεφαλής των ισχυρών αυτών τουρκικών δυνάμεων υπήρξε ο σερασκέρης Χατζή Ταΐρ μπέης. Στο
μεταξύ ο Καρατάσος είχε ήδη στείλει τον λοχαγό Μανώλη Βερράκα στην Ιερισσό και στα Μαντεμοχώρια, για να συγκεντρώσει νέες ενισχύσεις και να προελαύνει προς τη Ρεντίνα και τη Γαλάτιστα.
 Ο ίδιος όμως υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το Βατοπεδινό μετόχι και ν ’ αποσυρθεί στα υψώματα προς το μέρος του Αγ. Νικολάου, όπου έφτασαν και άλλοι συμπολεμιστές του από τον Πολύγυρο, οι οποίοι είχαν συγκρουστεί με επιτυχία με τους Τούρκους στο χωριό Βραστά.

Η θέση των κατοίκων του Πολυγύρου υπήρξε πια επισφαλής. Οι ανυπεράσπιστοι κάτοικοί του που βρίσκονταν τώρα στο έλεος του Τούρκου κατακτητή, έστειλαν στις 20 Απριλίου/2 Μαίου αντιπροσωπεία από 30 Έλληνες προκρίτους, για να υποδεχθούν τους Τούρκους στρατιώτες και τους αρχηγούς τους Χασάν αγά και Μαχμούτ μπέη και να τους παρακαλέσουν να σεβαστούν την πόλη τους. Ωστόσο οι διαθέσεις των Τούρκων υπήρξαν πολύ διαφορετικές από αυτές που περίμεναν οι Έλληνες πρόκριτοι της κωμόπολης εκείνης. 

Από την αρχή της εξέγερσης στη Χαλκιδική οι τουρκικές δυνάμεις είχαν δημιουργήσει κλίμα πανικού και τρόμου σε κάθε μακεδονική πόλη απειλώντας σκληρά αντίποινα και αιματοχυσία σε όσους αντιστέκονταν.

 Έτσι και στη Θεσσαλονίκη, παρά τις αλλεπάλληλες επικλήσεις των Ελλήνων προκρίτων για τη μεσολάβηση των Ευρωπαίων προξένων ώστε να αποσταλούν ξένα πολεμικά πλοία και να προστατευθούν οι ανυπεράσπιστοι κάτοικοι, το φανατισμένο μουσουλμανικό στοιχείο αποτελούσε μόνιμη απειλή για τους χριστιανούς της πόλης, ενώ οι Έλληνες υπήκοοι είχαν διαταχθεί να εγκαταλείψουν την Τουρκία μέσα σε χρονικό διάστημα 15 ημερών. 

Στον Πολύγυρο όμως η στάση των τουρκικών αρχών υπήρξε αχαρακτήριστη, αποτρόπαιη και απάνθρωπη και κατέληξε με τη σφαγή των Ελλήνων προκρίτων. 

Το φοβερό νέο της σφαγής των Ελλήνων κατοίκων του Πολυγύρου διαδόθηκε σ’ ολόκληρο τον μακεδονικό χώρο και προκάλεσε παντού πανικό και αγανάκτηση στο χριστιανικό στοιχείο.

 Οι υπόλοιποι κάτοικοι εγκατάλειψαν τα σπίτια τους κατατρομαγμένοι και ζήτησαν να βρουν καταφύγιο αλλού. 

Τουρκικές θηριωδείες διαδραματίζονταν παράλληλα στον Αγ. Νικόλαο, στη Νικήτη, στον Παρθενώνα, στη Συκιά και σε διάφορα μετόχια του Αγ. Όρους, ενέργειες, οι οποίες προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση και την καταδίκη τους εκ μέρους των Ευρωπαίων διπλωματικών εκπροσώπων. 

Παρολαυτά ο Τούρκος σερασκέρης ήταν αποφασισμένος να εξοντώσει τον Καρατάσο και να εξαλείψει κάθε επαναστατική εστία. 

Γι' αυτό και ζήτησε από τους Αγιορείτες μοναχούς να του δώσουν την άδεια να διεισδύσει με τον στρατό του στην περιοχή τους, αλλά εκείνοι του δήλωσαν ότι παραμένουν πιστοί υπήκοοι του σουλτάνου και ότι δεν δικαιολογούνταν η προσφυγή βίας μέσα στο 'Αγ. Όρος.

 Ο αντίκτυπος όμως από την σφαγή των Ελλήνων προκρίτων του Πολυγύρου υπήρξε τεράστιος, γεγονός, που ανάγκασε τον σερασκέρη, ύστερα και από τις πιέσεις των προξένων της Γαλλίας και της Αγγλίας, να διατάξει την αναδίπλωση των τουρκικών δυνάμεων και την επιστροφή τους στη Θεσσαλονίκη.

 Ας σημειωθεί ότι ο Γ άλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης επέμεινε στην εκτέλεση των πρωταίτιων της σφαγής, του Χασάν αγά και του Μαχμούτ μπέη. Ο ίδιος όμως διέκρινε ανάμεσα σ’ άλλα τις προσπάθειες του Τούρκου πασά να ελαφρύνει την θέση των δύο Τούρκων αξιωματούχων και να συμβάλει ακόμη και στην οριστική αθώωσή τους .

Στο μεταξύ ο Καρατάσος, αφού έφυγε από το Βατοπεδινό μετόχι στην Ορμύλια, ήλθε στο Χιλανδαρινό μετόχι Κουμίτσα. 
Στις 22 Απριλίου ο Καρατάσος, μαζί με τους άνδρες του, διείσδυσε μέσα στο 'Αγ. Όρος, όπου προμηθεύθηκε τρόφιμα από τους Χιλανδαρινούς.

 Έστειλε τότε πάλι προς τους μοναχούς τον αξιωματικό του Ιωάν. Στυλούδη αποβλέποντας σε φιλική προσέγγιση και επίλυση των διαφορών. 
Ύστερα από λίγες μέρες πραγματοποιήθηκε στις Καρυές συνάντηση του Καρατάσου με τους αντιπροσώπους των μοναστηριών. 
Για την έκβαση της συνάντησης αυτής έγραφε στις 26 Απριλίου χαρακτηριστικά ο Βατοπεδινός αντιπρόσωπος Δανιήλ: 
« Του καπετάν Τζάμιη το ποθούμενον θέλημα έγινε... Επηρε όλους τους κοσμικούς, έως διακοσίους ανθρώπους, εκ προαιρέσεως, ωσαύτως και όλον το μολύβι,. όπου ηύρεν εις το μπεϊλίκι, οκάδες 300. Εδώσαμεν ολότροχα 1000. Αν περάσουν και ζητησουν κουμπάνια, δώσετε, καθώς και άλλοι έδωσαν, έξω του Μοναστηριού».

Η πρόθυμη συμπαράσταση των Αγιορειτών μοναχών στον Καρατάσο ερμηνεύεται από την δυσάρεστη θέση, στην οποία είχαν περιέλθει, ύστερα από τα αλλεπάλληλα και πιεστικά αιτήματά του, αλλά και από την απειλή της ένοπλης παρουσίας του. Η θερμή ανταπόκρισή τους στις απαιτήσεις των επαναστατών απάλλασσαν τους Αγιορείτες από την παρουσία του Καρατάσου, ενώ ταυτόχρονα απομάκρυναν κάθε πιθανότητα τουρκικής εισβολής με τις συνεχείς δηλώσεις τους για υποταγή και αφοσίωση στον σουλτάνο.

Ενώ βρισκόταν στην Κουμίτσα, ο Καρατάσος δεν σταμάτησε ν ’ αλληλογραφεί και πάλι με τους μοναχούς και να ζητά όπλα και πολεμοφόδια. 
Παραπονιόταν μάλιστα, γιατί δεν είχαν κρατήσει την υπόσχεσή τους και δεν τον είχαν συνδράμει αποτελεσματικά στις προσπάθειές του.

 Στις 3 Μαΐου σημειώνεται για δεύτερη φορά η παρουσία του Καρατάσου στις Καρυές.

 Την φορά αυτή ζήτησε από την Ιερά Κοινότητα να του παραδώσει τον καϊμακάμη, τον υγειονόμο και τους λιγοστούς Τούρκους του Άθω, αίτηση, η οποία δεν έγινε φυσικά δεκτή εκ μέρους των μοναχών, που συμφώνησαν να τοποθετηθεί φρουρά από άντρες του Καρατάσου στις Καρυές με επικεφαλής τον καπετάν Χαρίση. 

Ο Καρατάσος, αφού δέχθηκε και πάλι σημαντικές ενισχύσεις από τους μοναχούς σε έμψυχο και άψυχο υλικό, επέστρεψε στη συνέχεια στην Κουμίτσα. 

Στις 11 Μαΐου ο σερασκέρης Χατζή Ταΐρ μπέης αναχώρησε με στρατιωτικές ενισχύσεις από τη Θεσσαλονίκη με το τουρκικό ατμοκίνητο «Περσούδ» για τα παράλια της Χαλκιδικής.
 Στόχος του ταξιδιού του υπήρξε η διερεύνηση της συμπεριφοράς των Αγιορειτών μοναχών απέναντι στους επαναστάτες και η ενδεχόμενη συμμετοχή τους σε επαναστατικές ενέργειες. 

Με καθαρά απολογητική διάθεση έσπευσαν οι μοναχοί στις 14 Μαΐου να ενημερώσουν με κάθε λεπτομέρεια τον Τούρκο σερασκέρη για τις ενέργειες των επαναστατών και να επαναλάβουν την αφοσίωσή τους προς τον σουλτάνο στοχεύοντας μ ’ αυτόν τον τρόπο να παρεμποδίσουν με κάθε θυσία τουρκική επίθεση στο Αγ. Όρος.

Στις 16/28 Μαΐου 1854 διαδραματίστηκε η τελική σύγκρουση στην Κουμίτσα ανάμεσα στους 600-700 επανάστατες με επικεφαλής τον Καρατάσο και τις τουρκικές δυνάμεις, που ανέρχονταν περίπου σε 4.000 στρατιώτες.

 Ο Καρατάσος αντιμετώπισε με γενναιότητα τον τουρκικό στρατό, αλλά μετά την εξάντληση των πολεμοφοδίων του και αφού είχε ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες, αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη Μεγάλη ' Βίγλα του Αγ. Όρους. 
Οι ειδήσεις της Κουμίτσας κατατάραξαν τους Έλληνες μοναχούς και προκάλεσαν έντονη αναταραχή στην Ιερά Κοινότητα. 
Οι πολεμιστές του Καρατάσου δέχθηκαν την περίθαλψη των μοναχών, οι οποίοι αναλογίζονταν με δέος ενδεχόμενη τουρκική εισβολή. 

Τελικά οι Αγιορείτες υποχρεώθηκαν να καλέσουν τον τουρκικό στρατό, αφού πρώτα κατανάλωσαν πολύτιμο χρονικό διάστημα σε διαπραγματεύσεις μέχρι την οριστική απομάκρυνση του Τσάμη Καρατάσου και των αντρών του. 
Οι νέες πολιτικές μεταβολές που διαδραματίστηκαν στην Αθήνα, δηλαδή ο σχηματισμός του «Υπουργείου Κατοχής» καθώς και η ανάκληση όλων των Ελλήνων επαναστατών, όπως και η αμνηστεία που τους χορηγήθηκε από τις τουρκικές αρχές, αποσόβησαν μια νέα αιματοχυσία στον μακεδονικό χώρο.
 Το γαλλικό πολεμικό «Solon» με κυβερνήτη τον βαρώνο Roussin, περιπλέοντας τον Άθω, αναζήτησε τον Καρατάσο. 

Και στις 29 Μαΐου ο Καρατάσος συμφώνησε με τον Roussin να μεταφερθεί, αυτός και οι άντρες του, στο γαλλικό πολεμικό πλοίο και να κατευθυνθούν στην Χαλκίδα, καθώς ο Χατζή Ταΐρ εγκατέλειπε με τον στρατό του το Αγ. Όρος. 
Ο Τούρκος πασάς της Θεσσαλονίκης και άλλοι απεσταλμένοι της Πύλης ζήτησαν να επιβιβαστεί στο «Solon» και ένας Τούρκος υπάλληλος, αλλά ο πλοίαρχος Roussin αντιτάχθηκε σ’ αυτό υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία είχε κλειστά από κοινού ανάμεσα στον Καρατάσο και τον ίδιο χωρίς την ενεργή συμμετοχή των Τούρκων. 

Ενώ όμως ο Γάλλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης δεν επέτρεψε να φύγουν μαζί με τον Καρατάσο και το σώμα του και οι Μακεδόνες πολεμιστές, ωστόσο ο ίδιος και ο Άγγλος συνάδελφός του Charles Blunt έκαμαν ό,τι μπορούσαν, για να διαφυλάξουν την σωματική ακεραιότητα των χριστιανών ραγιάδων.

Η προσωπικότητα του Τσάμη Καρατάσου σφράγισε αναμφισβήτητα την έκβαση του επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία στα 1854.

 Ακόμη και αργότερα, μετά την αποτυχία του κινήματος του, στα 1860, ο Καρατάσος σχεδίαζε να οργανώσει νέο κίνημα με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη, αλλά την ίδια χρονιά άφησε την τελευταία πνοή του στο Βελιγράδι.

Το τελευταίο επαναστατικό κίνημα εκδηλώθηκε στα 1854 στον Όλυμπο με πρωτεργάτες τους Έλληνες οπλαρχηγούς Γ. Ζαχείλα, Δ. Ψαροδήμο, I. Διαμαντή, Ε. Κοροβάγκο, Ζήση Σωτηρίου. 

Ύστερα από αλλεπάλληλες συγκρούσεις με τις τουρκικές δυνάμεις, κατέλαβαν ολόκληρο το δυτικό τμήμα του Ολύ- μπου και έφτασαν μέχρι τα περίχωρα της Κατερίνης.
 Ιδιαίτερα επίφοβο υπήρξε το σώμα του Διαμαντή, το οποίο είχε πετύχει να ξεσηκώσει ένα μεγάλο ποσοστό του ντόπιου πληθυσμιακού στοιχείου. Τον Ιούνιο του 1854, ενώ διαδίδονταν ότι 800 περίπου επαναστάτες είχαν εμφανιστεί κοντά στην Κατερίνη, συναντήθηκαν ο Γάλλος πρόξενος Mornard και ο γιατρός Πρασακάκης με τους αρχηγούς των ελληνικών σωμάτων, για να τους μεταπείσουν ώστε ν’ αποφύγουν κάθε ένοπλη δραστηριότητα.
Όμως, ακόμη και τόν Αύγουστο του ίδιου χρόνου, η αναταραχή συνεχιζόταν προκαλώντας τις έντονες ανησυχίες των τουρκικών αρχών.
Στα μέσα Αυγούστου η Πύλη διέταξε τον σχηματισμό επιτροπής, η οποία θα αναλάμβανε να δικάσει τους υπεύθυνους Τούρκους αξιωματούχους για τη σφαγή του Πολυγύρου.

 Το αποτέλεσμα της δίκης υπήρξε σχεδόν αθωωτικό για τους διαφόρους μπέηδες.
 Ο Μαχμούτ μπέης και ο Χασάν αγάς καταδικάστηκαν μόνο σε 6 χρόνια εξορία, ο Γιαϊχά σε 4 χρόνια, όπως και ο Αλήμπεη, και ο Αλή σε 1 χρόνο.
Ο ίδιος ο Άγγλος πρόξενος της Θεσσαλονίκης Ch. Blunt έκρινε τις ποινές μικρές.

Παρά τις προσπάθειες των τουρκικών αρχών να πατάξουν την ανταρτική δραστηριότητα των Ελλήνων οπλαρχηγών, τα ελληνικά σώματα συνέχισαν να δρουν στον Όλυμπο καιν’ αποτελούν αντιστασιακές εστίες.

Και στη Δυτική Μακεδονία, ιδιαίτερα στις περιοχές Καστοριάς και Κλεισούρας, οι ένοπλοι ελληνικοί πυρήνες, αποτέλεσαν μόνιμες εφεδρείες των ντόπιων ελληνομακεδονικών επαναστατικών εστιών.

 Η περιφέρεια της Ανασελίτσας υπήρξε για μεγάλο χρονικό διάστημα μόνιμη εστία αναταραχής.

Κατά τους τελευταίους μήνες του 1854 εκδηλώθηκε σημαντικό επαναστατικό κίνημα στην ελληνική Πρεμετή, όπου ο ελληνικός πληθυσμός ξεσηκώθηκε κατά των Τούρκων.


Αλλά και στη Βορειοδυτική Μακεδονία, στο απομακρυσμένο Μορίχοβο, το ελληνικό σώμα του οπλαρχηγού Γιαννούλα εμφανίζεται να δρα το καλοκαίρι του 1857.

 Το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου δεν ανέκοψε την ελληνική ανταρτική δράση. 

Πραγματικά τον Αύγουστο του 1857 40 περίπου Έλληνες αντάρτες επετέθηκαν στο Όστροβο και αιχμαλώτισαν τον Τούρκο εισπράκτορα των εσόδων του εκεί δερβενιού, ενώ ο οπλαρχηγός Γιαννούλας είχε τραπεί σε ληστρική δραστηριότητα καταπιέζοντας τους χριστιανικούς πληθυσμούς των πολυάριθμων χωριών του Μοριχόρου .

http://yaunatakabara.blogspot.com/2012/03/1830-1860.html?m=1

*********
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ
Ερευνητής ΙΜΧΑ

ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 
ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ (1830-1912)

Σε μια άλλη γεωγραφική περιφέρεια της νότιας Μακεδονίας, στη Χαλκιδική και στο 'Αγ. Όρος, όπου η εξέγερση του 1821 είχε αφήσει έντονα ακόμη τα ίχνη της επαναστατικής κινητοποίησης των Ελλήνων, οι τουρκικές αρχές είχαν πάρει έγκαιρα προφυλακτικά μέτρα με την αποστολή ισχυρών ναυτικών δυνάμεων και το διορισμό του Γιακούπ πασά ως μουδίρη του Αγ. Όρους στις αρχές Ιανουαρίου του 1854 με σκοπό τη διασφάλιση της τάξης μέσα στο 'Αγ. Όρος.

 Ελάχιστοι μοναχοί είχαν πληροφορηθεί για τον ερχομό του συνταγματάρχη Τσάμη Καρατάσου στη Χαλκιδική.

Τσάμης Καρατάσος,
ο Αρχιστράτηγος της Μακεδονίας.
 Ο ακάματος αυτός αγωνιστής, ο οποίος είχε συνειδητοποιήσει από νωρίς την ανάγκη για τη συσπείρωση των βαλκανικών λαών και την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, πίστεψε πραγματικά ότι κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1854 παρουσιαζόταν η κατάλληλη ευκαιρία για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. 

Ακόμη και αργότερα, μετά την αποτυχία του κινήματος του, στα 1860, σχεδίαζε να οργανώσει πάλι νέα επανάσταση με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη. 
Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Καρατάσος είχε προλειάνει το έδαφος για την πραγματοποίηση των επαναστατικών ενεργειών του ήδη από το 1835, όταν βρισκόταν με μεγάλη στρατιωτική δύναμη στις Βόρειες Σποράδες και διατηρούσε πυκνές επαφές με μυημένους προκρίτους και τοπικούς οπλαρχηγούς των παραλιακών κοινοτήτων της Χαλκιδικής, για να  επιλέξει το ασφαλές σημείο της μελλοντικής απόβασης του.

Τα σχέδια των Ελλήνων επαναστατών πρόβλεπαν την απόβαση ναυτικού αγήματος στη Χαλκιδική με επικεφαλής τον Καρατάσο, ο οποίος κατάρτιζε δικό του σώμα στην Εύβοια. 

Οι ξεσηκωμένοι Έλληνες σχεδίαζαν την ταυτόχρονη διείσδυση του Καρατάσου και των θεσσαλικών σωμάτωνστη Θεσσαλονίκη. 

Έχοντας αναλάβει το γενικό συντονισμό των πολεμικών επιχειρήσεων μετά την ανακήρυξη του ως «Αρχιστρατήγου» της Μακεδονίας, ο Καρατάσος, αφού συγκέντρωσε δέκα πλοία με 500 περίπου άντρες στην Εύβοια, πέρασε αρχικά στα τέλη Μαρτίου — αρχές Απριλίου 1854 στις Βόρειες Σποράδες, κατευθύνθηκε έπειτα στη χερσόνησο της Κασσάνδρας και τελικά αποβιβάστηκε στις 6 Απριλίου στον όρμο του Καλαμιτσίου. 

Μετά την κατάληψη του χωριού Συκιά, όπου έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό από το ντόπιο πληθυσμό, προχώρησε στον Παρθενώνα της Σιθωνίας και στη Νικήτη και κατέληξε μέσα σε παραλήρημα ενθουσιασμού από τους κατοίκους, στις 10/22 Απριλίου, στον Αγ. Νικόλαο. Εκεί επρόκειτο σύγχρονα να φτάσουν και τα πλοία των Ελλήνων επαναστατών. 

Στον 'Αγ. Νικόλαο ο Καρατάσος και οι άντρες του πέρασαν το Πάσχα και αφού επιστράτευσαν στη συνέχεια όσους μπορούσαν να φέρουν όπλα, άφησαν στην κωμόπολη τους 12 γεροντότερους ως πολιτοφύλακες και κατευθύνθηκαν έπειτα στην Ορμύλια. Ο υπόλοιπος πληθυσμός του Αγ. Νικολάου στάλθηκε από τον Καρατάσο στη Βουρβοϋρού.
Στο μεταξύ οι ελληνικές επαναστατικές ενέργειες είχαν προκαλέσει την κινητοποίηση των τουρκικών αρχών, οι οποίες, υποπτευόμενες την ενδεχόμενη κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ειδοποίησαν δια μέσου του πασά Μεχμέτ Βοσνάκ ζαδέ το Γάλλο πρόξενο Louis de Mornard, για να αναλάβει μεσολαβητικό ρόλο.

 Ο Γάλλος διπλωματικός εκπρόσωπος αποφασισμένος να εμποδίσει μια πιθανή αιματοχυσία και να ανακόψει την ορμή των επαναστατών, έστειλε το γαλλικό πολεμικό «Le Héron» στο Σιγγιτικό κόλπο, για να συναντήσει τα πλοία τους.

 Ο κυβερνήτης του πλοίου Le Bègue, αφού αποδοκίμασε τις επαναστατικές ενέργειες ως πειρατικές, έταξε στους Έλληνες αγωνιστές προθεσμία μιας ώρας και ύστερα από την παρέλευση της, βομβάρδισε στις 24 Απριλίου τον ελληνικό στόλο προκαλώντας σ' αυτόν σοβαρές απώλειες.
Η ενέργεια αυτή των Γάλλων ανέστειλε τον επαναστατικό ζήλο των Ελλήνων, ενώ οι Τούρκοι συγκέντρωναν νέους στρατολογημένους άτακτους στην Ορμύλια. 

Η πολυπληθής παρουσία τους είχε υποχρεώσει ήδη τον Καρατάσο να στείλει το λοχαγό Μανώλη Βερράκα στην Ιερισσό και στα Μαντεμοχώρια, για να συγκεντρώσει νέες ενισχύσεις και να προελαύνει προς τη Ρεντίνα και τη Γαλάτιστα. 

Στις 13/25 Απριλίου, αφού πρώτα ο Καρατάσος επανέλαβε γραπτά σχετική αίτηση του για την αποστολή βοήθειας προς τους Αγιορείτες μοναχούς και προς τον οπλαρχηγό του Αγ. Όρους Στέργιο Χάϊτα ζητώντας και πάλι τη συνδρομή τους, έστειλε τον αξιωματικό Αθ. Βλαχομιχάλη με 50 άντρες ανάμεσα στην Ορμύλια και στον Πολύγυρο και τον καπετάν Γεώργη προς την ίδια κατεύθυνση,για να ανακόψουν τον εφοδιασμό των τουρκικών δυνάμεων της Ορμύλιας.

 Την ίδια μέρα (13/25 Απριλίου) οι επαναστατικές δυνάμεις εισέβαλαν μέσα στον Πολύγυρο, όπου ενισχύθηκαν με πολλούς εθελοντές, οι οποίοι αναχαίτισαν τις τουρκικές δυνάμεις στο ύψωμα «Καβρόλακκας» κοντά στη Γαλάτιστα. 

Στις 14/26 Απριλίου ο Καρατάσος επικεφαλής των επαναστατών συγκρούστηκε με τους Τούρκους της Ορμύλιας χωρίς όμως να μπορέσει να την κυριεύσει, γεγονός, που είχε δυσμενή αντίκτυπο στην εξέλιξη της κατάστασης και στα πνεύματα των Ελλήνων.
Η ανάληψη έντονης στρατιωτικής πρωτοβουλίας εκ μέρους των Τούρκων και η ανάπτυξη των δυνάμεων τους ως τις 20 Απριλίου καθώς επίσης και η αδιάφορη στάση των Αγιορειτών στις αλλεπάλληλες επικλήσεις του Καρατάσου για βοήθεια, υποχρέωσαν τελικά τον αρχηγό της μακεδόνικης επανάστασης να υποχωρήσει στη θέση Κομίτσα ή Κουμίτσα στη χερσόνησο του Αγ. Όρους,όπου υπήρχε μετόχι της μονής Χιλανδαρίου, αφού πρώτα συγκρούστηκε στις 17/29 Απριλίου με 300 άτακτους στην τοποθεσία «Π'σεκούδια» ανάμεσα στον 'Αγ. Μάμαντα και στην Ορμύλια, ενώ τρεις μέρες αργότερα αιφνιδιάστηκε από τουρκική αντεπίθεση. 

Στην Κομίτσα ο Καρατάσος ενώθηκε με τους άντρες του Βλαχομιχάλη, οι οποίοι είχαν έλθει από τον Πολύγυρο.

 Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα έκρυθμη και τα πνεύματα πολύ οξυμμένα, ακόμη και μέσα στη Θεσσαλονίκη, όπου υπήρξε πιθανότητα να ξεσπάσουν ταραχές ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους.
Οι ανυπεράσπιστοι κάτοικοι του Πολυγύρου, που βρίσκονταν πια στο έλεος του Τούρκου κατακτητή, έστειλαν στις 20 Απριλίου/2 Μαΐου αντιπροσωπεία από τριάντα Έλληνες προκρίτους, για να υποδεχθούν τους Τούρκους στρατιώτες και τους αρχηγούς του Χασάν αγά και Μαχμούτ μπέη και να τους παρακαλέσουν να σεβαστούν την πόλη τους, αλλά εκείνοι έσφαξαν 27 απ' αυτούς. 

Η σφαγή των Ελλήνων προκρίτων επεκτάθηκε σε ολόκληρη τη Χαλκιδική με τη θανάτωση αμάχων και τη σύληση ελληνικών εκκλησιών στα χωριά Συκιά, Παρθενώνας, Νικήτη και 'Αγ. Νικόλαος, ενέργειες, που προκάλεσαν αλγεινή εντύπωση και την καταδίκη τους εκ μέρους των Ευρωπαίων διπλωματικών εκπροσώπων. 

Στη Θεσσαλονίκη ο Τούρκος διοικητής, ύστερα από την εξακρίβωση των συνθηκών, κάτω από τις οποίες είχαν διαδραματιστεί τα τραγικά γεγονότα στον Πολύγυρο και έπειτα από τα αλλεπάλληλα διαβήματα των Ευρωπαίων διπλωματικών εκπροσώπων, επιχειρώντας να ελαχιστοποιήσει όσο ήταν δυνατό το μέγεθος της συμφοράς, διέταξε τα τουρκικά σώματα να επιστρέψουν στη  Θεσσαλονίκη.
Στις 25 Απριλίου ο Καρατάσος έστειλε τον αξιωματικό Ιωάν. Στυλούδη με σχετική επιστολή προς τους μοναχούς του Αγ. Όρους, για να ζητήσει πιθανότατα ενισχύσεις. 

Οι Αγιορείτες όμως, όπως προκύπτει από τη σχετική αλληλογραφία, φάνηκαν επιφυλακτικοί στις προτάσεις τους. Μια μέρα αργότερα ο αρχηγός των Ελλήνων επαναστατών απαίτησε από τους μοναχούς την αποστολή μιας μεγάλης ποσότητας τροφίμων, .αίτημα,το οποίο φαίνεται ότι τελικά έγινε δεκτό. 

Οι ελλείψεις των αντρών του Καρατάσου σε πολεμοφόδια υπήρξαν τόσο μεγάλες ώστε ο ίδιος υποχρεώθηκε να έλθει στις Καρυές για την αναζήτηση τους, αλλά δεν βρήκε κανένα εκεί, γιατί οι μοναχοί είχαν καταφύγει στη μονή Κουτλουμουσίου. Στοχεύοντας στην οριστική κατάλυση της τουρκικής επικυριαρχίας στο Άγ. Όρος και στην αναγκαστική συμμετοχή των μοναχών στις επαναστατικές ενέργειες, ο Καρατάσος ζήτησε επίσημα στις 3 Μαΐου από την ιερή κοινότητα να του παραδώσει τον καϊμακάμη,τον υγειονόμο και τους λιγοστούς Τούρκους του Άθω, αίτηση, που δεν έγινε βέβαια δεκτή εκ μέρους των μοναχών,οι οποίοι αναλογίζονταν φυσικά τις σοβαρές επιπτώσεις των ενεργειών τους. Δέχτηκαν όμως τελικά να υψωθεί η σημαία των επαναστατών στις Καρυές,όπου είχε ήδη εγκατασταθεί φρουρά των αντρών του Καρατάσου.
Μολαταύτα, ύστερα από αλλεπάλληλες πιέσεις, ο Καρατάσος στρατολόγησε με τη βία αρκετούς λαϊκούς και μοναχούς και εφοδιάστηκε έπειτα με πολεμικό υλικό. 

Στις 12 Μαΐου 1854 έφτασε στο,μεταξύ στο λιμάνι Δάφνη του Αγ. Όρους το τουρκικό ατμόπλοιο «Περσούδ» με στρατό και επικεφαλής το σεράσκέρη Χατζή Ταίρ μπέη, ο οποίος απευθύνθηκε με σχετικό έγγραφο προς τους μοναχούς ζητώντας να πληροφορηθεί λεπτομέρειες σχετικά με τις κινήσεις των επαναστατών. 

Σε γραπτή απάντηση τους της 14ης Μαΐου προς τον Τούρκο σεράσκέρη οι μοναχοί αναφέρθηκαν αναλυτικά στις επαναστατικές ενέργειες των Ελλήνων ανταρτών και έσπευσαν να δηλώσουν υποταγή στον Τούρκο αξιωματούχο.Με αλλεπάλληλες νέες επιστολές τους επανέλαβαν την αφοσίωση τους στο σουλτάνο και κατηγόρησαν τους αντάρτες για τη βίαιη απόσπαση τροφών και πολεμοφοδίων αποσκοπώντας με τον τρόπο αυτό ν' αποτρέψουν τουρκική επίθεση στον Άθω, που πιθανότατα να είχε καταστροφικές συνέπειες στο καθεστώς των μονών.
Η αντιπαράθεση των τουρκικών δυνάμεων και των Ελλήνων επαναστατών πραγματοποιήθηκε τελικά στην Κουμίτσα στις 16/28 Μαΐου 1854, όπου ο Καρατάσος αντιμετώπισε με γενναιότητα τον αριθμητικά μεγαλύτερο τουρκικό στρατό, αλλά μετά την εξάντληση των πολεμοφοδίων του και αφού είχε ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες, αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη Μεγάλη Βίγλα του Αγ. Όρους.

Η μάχη της Κουμίτσας έκρινε οριστικά την έκβαση του αγώνα. 

Στη Μεγάλη Βίγλα ο Καρατάσος και οι άντρες του δέχθηκαν τη θερμή συμπαράσταση των μοναχών που τους προέτρεπαν, μπροστά στις απειλητικές διαθέσεις του Χατζή Ταΐρ, να εγκαταλείψουν τα μοναστήρια.
 Η δεινή θέση των Αγιορειτών τους υποχρέωσε να καλέσουν τουρκικό στρατό, για να αποσοβηθεί μεγαλύτερη αιματοχυσία, αλλά στο μεταξύ οι νέες πολιτικές μεταβολές στην Αθήνα πρόλαβαν την κρίση. Μετά το σχηματισμό του «Υπουργείου Κατοχής», την ανάκληση όλων των Ελλήνων επαναστατών και την παραχώρηση αμνηστείας εκ μέρους των τουρκικών αρχών κάτω από τις πιέσεις των εκπροσώπων των ευρωπαϊκών κρατών, οι άντρες του Καρατάσου επιβιβάστηκαν στις 13 Ιουνίου 1854 στο γαλλικό πολεμικό «Le Solon» με κυβερνήτη τον βαρώνο Roussin και μεταφέρθηκαν με τον οπλισμό τους στην Χαλκίδα καθώς ο Χατζή Ταΐρ εγκατέλειπε με το στρατό του το Άγ. Όρος.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

(Ευθύμιος Βατοπεδινός)
Τοις Επιτροποις της Ι.Μ. του Χιλιανδαρίου κκ Ιωακείμ και λεοντιον και λοιποις τοις εν Χριστώ αδελφοις και περιποθώτους. Ασπασιως εις την μόνη του Χιλιανδαρίου. ...





Μτφ. Κατερίνα Μήτσιου, αρχιτέκτων


No 25, Θεσσαλονίκη 24 Μαΐου 1854

Κύριε Υπουργέ,
Όπως πληροφόρησα την Εξοχότητά σας  με την επιστολή μου της 18ης αυτού του μηνός, ο Έλλην αρχηγός Τσάμης Καρατάσος δεν μπόρεσε να λάβει άδειαν εισόδου στις μονές του Αγίου Όρους και θα του ήταν αδύνατον να εισχωρήσει εκεί δια της βίας, αν και θα είχε παρόμοια  διάθεση, εφόσον αυτές οι μονές είναι πραγματικά φρούρια. Απεσύρθη λοιπόν εις τα υψώματα της Γκομίτζας (?), από όπου επέτυχε να διατηρεί επαφές στο Άγιον Όρος  με υπηρέτες, αγωγιάτες, βαρκάρηδες και εργαζομένους πάσης φύσεως, οι οποίοι εξαρτώνται λίγο ως πολύ από τις μονές. Μη θεωρώντας  τη θέση Γκομίτζα (Κομίτσα) αρκετά ισχυρή, την εγκατέλειψε για να μεταβεί στα χωριά Λαριγκόβι (Αρναία), Παλαιοχώρι και Νοβοτσελο (Νεοχώρι), αφού στρατολόγησε μεταξύ των υπηρετών των μονών περίπου 300 άνδρες. Η ομάδα του εξ άλλου μεγάλωσε με ορισμένους  Έλληνες που αποβιβάσθηκαν πρόσφατα παρά  τις τουρκικές περιπολίες. Φαίνεται πως το σχέδιό του είναι να προχωρήσει από τα πλησίον της Θεσσαλονίκης όρη και κατόπιν να κατέβει στην πεδιάδα, μέσα σε μία νύχτα, για να πάει να συναντήσει, στην άλλη πλευρά του ποταμού Βαρδάρη, τις ομάδες που βρίσκονται προς την πλευρά του Ολύμπου ή της Ελασσόνας και των Σερβίων. Οι φήμες λένε πως η ομάδα του Τσάμη Καρατάσου ανέρχεται, μετά τις πρόσφατες στρατολογήσεις, σε δύο χιλιάδες άνδρες, αλλά αυτός ο αριθμός είναι εξόχως υπερβολικός. Μπορούμε να τον μειώσουμε σε 900 άνδρες και ίσως και αυτό είναι πολύ. Ο Τσάμης Καρατάσος, ακολουθούμενος  εκ του πλησίον από τους Τούρκους, πρέπει να αρνήθηκε να ξεσηκώσει τους χριστιανούς της Μακεδονίας και στόχος του σήμερα είναι να φθάσει στην Θεσσαλία ή ακόμη και να καταφύγει στην Ελλάδα, αν είχε επαρκείς πόρους διαφυγής δια θαλάσσης. Το τελευταίο τάγμα τακτικών που είχε απομείνει στην Θεσσαλονίκη έφυγε χθες, δια θαλάσσης, επί τουρκικού ατμοπλοίου για να αποβιβασθεί σε τόπους που κατέχουν οι Έλληνες και οι επαναστάτες. Ο Χατζηταϊρ Μπέης, μέλος του ανωτέρου συμβουλίου της επαρχίας, και ο Επίσκοπος Κασσάνδρας επίσης έφυγαν:  πηγαίνουν στο  Άγιον Όρος  προκειμένου να διεξαγάγουν έρευνα για την συμπεριφορά των μοναστηριών, που οι τουρκικές αρχές κατηγορούν ότι προμήθευσαν τρόφιμα στον Καρατάσο.
Οι ομάδες  Ελλήνων και επαναστατών που κατείχαν, στην Θεσσαλία, τα περίχωρα του Βόλου και τον ορεινόν όγκο του Πηλίου, υπό την αρχηγία των Φιλάρετου και Χρόνη, μη βρίσκοντας πλέον στους ομόθρησκούς τους ραγιάδες τις ίδιες εξυπηρετήσεις όπως στο παρελθόν για την εξεύρεση τροφής, εγκατέλειψαν αυτές τις θέσεις για να μεταφερθούν στον Όλυμπο. Ένα γράμμα που έγραψε η Κατερίνα, στους πρόποδες του Ολύμπου κοιτώντας προς τον κόλπο της Θεσσαλονίκης, αναγγέλλει πράγματι ότι ομάδες Ελλήνων και επαναστατών εμφανίσθηκαν στα περίχωρα αυτής της κωμόπολης.
Έμαθα μόλις ότι στην Καλαμπάκα, στις υπώρειες  της Πίνδου  προς την Θεσσαλία, στον δρόμο που έρχεται από το Μέτσοβο, μάχονται ακόμη με λύσσα.
Με σεβασμό  κλπ.

Νο 26, Θεσσαλονίκη 31 Μαΐου 1854

Κύριε Υπουργέ, Εξέθεσα στην Εξοχότητά σας, με την επιστολή μου της 24ης τρέχοντος μηνός, την κατάσταση των Ελλήνων και των επαναστατών στην Χαλκιδική.  Έκτοτε, ο αρχηγός τους, Τσάμης Καρατάσος, επανέκτησε την αρχική του θέση στην Γκομίτζα (Κομίτσα) όπου κατελάμβανε, με 600-700 άνδρες, τους τρεις οίκους (…) που εξαρτώνται από τις αγιορείτικες μονές. Εκεί ήταν συγκεντρωμένο ένα απόθεμα τροφίμων και πολεμοφοδίων. Εξ άλλου είχε τοποθετήσει ένα σώμα περίπου 200 ανδρών μέσα στα χωριά Λαριγκόβι (Αρναία), Παλαιοχώρι και Νοβοτσέλο (Νεοχώρι). Ο Πασάς της Θεσαλονίκης έμαθε χθες ότι οι τούρκικες ομάδες  είχαν τελικώς επιτεθεί στους  Έλληνες και τους εξεγερμένους της Γκομίτζας  και ότι είχαν καταλάβει αυτή τη θέση μετά από πολύωρη μάχη. Το απόθεμα τροφίμων και πολεμοφοδίων του Τσάμη Καρατάσου, τα αντικείμενα εξοπλισμού του, μεταξύ άλλων 7οο καπότες ή πανωφόρια, όπλα και δύο σημαίες, έμειναν στην κυριαρχία των Τούρκων. Έστειλαν εδώ μερικά τουφέκια, τις δύο σημαίες, τις σφραγίδες του Έλληνα αρχηγού και μερικά από τα χαρτιά του, μεταξύ των οποίων εμφανίζονται λεπτομέρειες μηνυμάτων του προς την ελληνική κυβέρνηση. Εννενήντα Έλληνες ή εξεγερμένοι σκοτώθηκαν στη μάχη της Γκομίτζας και διακόσιοι ενόσω το έσκαγαν και διασκορπίζονταν στα βουνά. Σύμφωνα με τις ενημερώσεις που στάλθηκαν στον Πασά της Θεσσαλονίκης ο αρχηγός Τσάμης Καρατάσος και οι περισσότεροι από τους φυγάδες πρέπει να κατέφυγαν στην επικράτεια του Αγίου Όρους. Δύο ραγιάδικες γολέττες, παραπάνω από ύποπτες, πιάστηκαν εξ άλλου από τούρκικα καταδρομικά, η μία στον Άγιο Νικόλαο και η άλλη στο μικρό λιμάνι της Δάφνης, στον κόλπο του Αγίου Όρους, και οδηγήθηκαν στον Βόλο, κέντρο του οθωμανικού ναυτικού σταθμού.
Με τις επιστολές μου των 10, 13 και 18 αυτού του μηνός  ενημέρωνα την Εξοχότητά σας για τις τελευταίες εναλλασσόμενες κινήσεις των ελληνικών ομάδων στη Θεσσαλία, άλλοτε υποχωρώντας, άλλοτε προχωρώντας για να υποχωρήσουν ξανά. Αυτές οι ταλαντεύσεις κατέληξαν εν τέλει σε μία γενική επίθεση από τις πιο ισχυρές. Την περασμένη Παρασκευή, 26 αυτού του μηνός, ένα επείγον μήνυμα έφθασε εδώ μαζί με τα τηλεγραφήματα του Πασά της Λάρισας προς εκείνον της Θεσσαλονίκης. Να η περίληψη του περιεχομένου του:
«Οι Έλληνες και οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν και πάλι στις παρυφές της πεδιάδας της Θεσσαλίας σε οκτώ διαφορετικά σημεία, αριθμώντας 30.000 (αριθμός που βρίσκω υπερβολικόν). Ο Σελίμ Πασάς, επικεφαλής αιγυπτιακών στρατευμάτων, περικυκλώθηκε στην Καλαμπάκα, μεταξύ Τρικάλων και Πίνδου, από τις ομάδες του Γρίβα και κατατροπώθηκε ολοκληρωτικά, σε βαθμό που το πυροβολικό του, οι σκηνές του, οι άμαξες και όλες του οι αποσκευές έπεσαν στα χέρια των ξεσηκωμένων.»
Φαίνεται πως ο Σελίμ Πασάς, χωρίς τρόφιμα και κυρίως χωρίς πολεμοφόδια και μη έχοντας καταφέρει να φθάσουν εγκαίρως τα μηνύματά του στην Λάρισα, προσπάθησε ν’ ανοίξει δρόμο με τις ξιφολόγχες  εγκαταλείποντας τα πυροβόλα και τις αποσκευές του. Αλλά μία επιστολή που έλαβα σήμερα από τον Βόλο με κάνει να ελπίζω πως αυτή η αποτυχία δεν είναι όσο τρομερή θεώρησε ο πασάς της Λάρισας στην αρχή. Πράγματι στον Βόλο διαδιδόταν η φήμη πως το ιππικό που έστειλε ο πασάς της Λάρισας μόλις έμαθε την κατάσταση των Αιγυπτίων έφθασε εγκαίρως για να τους απεγκλωβίσει και να τους βοηθήσει να ξαναπάρουν τα κανόνια και τις σκηνές τους. Αυτή η μάχη της Θεσσαλίας που, παρά τη συμπάθεια των ελλήνων ραγιάδων για τους Έλληνες (τους οποίους θεωρούν συμπατριώτες τους), είχε κυρίως διατηρήσει τον χαρακτήρα μιας εισβολής μάλλον παρά ενός ξεσηκωμού, αρχίζει σήμερα ν’αλλάζει όψη. Οι πληθυσμοί ραγιάδων, των οποίων τα τρόφιμα έχουν εξαντληθεί από τους  Έλληνες, και στη συνέχεια λεηλατήθηκαν, κάηκαν και λυντσαρίσθηκαν από τους βασιβουζούκους  ή ατάκτους, βρίσκονται έτσι μεταξύ σφύρας και άκμονος και έχουν περιέλθει σε απόγνωση. Καθώς  βρίσκονται μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων, αυτοί οι πληθυσμοί , αν η κατάσταση συνεχιζόταν, θα αποφάσιζαν εν τέλει να προσχωρήσουν στους Έλληνες. Έτσι η αποβίβαση στην Ελλάδα ενός τμήματος της μεραρχίας  Forcy είναι ένα πολύ ευτυχές και πρόσφορο εγχείρημα. Ο κύριος Bourée, συνοδευόμενος από έναν βοηθό εκστρατείας του στρατηγού, έφθασε στον Βόλο στις 28, και αναχώρησε για Λάρισα, με καλή συνοδεία, το πρωί της 29ης. Ελπίζουμε ότι οι Έλληνες και όσοι από τους ραγιάδες έχουν ήδη ενταχθεί στις τάξεις τους θα ανοίξουν επί τέλους τα μάτια τους. Το ατμόπλοιο «le Héron» και το μπρίκι «LOlivier» θα αναχωρήσουν από τον Βόλο για να πάνε στην  Χαλκιδική να καταλάβουν τα ελληνικά πολεμικά πλοία που βρίσκονται εκεί.
Ο Σούρια Μπέης, γυιός του Οσμάν Πασά, έφθασε εδώ από την Κωνσταντινούπολη, την Δευτέρα 29 τρέχοντος μηνός, απεσταλμένος της Υψηλής Πύλης για να ακολουθήσει την οδηγία σχετικά με τη σφαγή των πριμάτων του Πολυγύρου. Μου παρουσιάσθηκε σήμερα το πρωί, και επωφελήθηκα της ευκαιρίας για να επιμείνω ενώπιόν του για την ανάγκη να αποτελέσει αυτό ένα παράδειγμα.

Με σεβασμό κλπ.






«όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, 
απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι» 
(Μάρκ. 8,34)

Σήμερα, Κυριακή 31 Μαρτίου, είναι η τρίτη Κυριακή των Νηστειών. Ονομάζεται Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και εορτάζεται κάθε χρόνο 28 ημέρες πριν το Άγιο Πάσχα. Τι ακριβώς σημαίνει, όμως, και τι γιορτάζουμε αυτήν την ημέρα;
Ονομάζεται Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως γιατί στην αγρυπνία ή στον Όρθρο αυτής της μέρας, μετά από τη μεγάλη Δοξολογία, ο Σταυρός μεταφέρεται σε μια σεμνή πομπή στο κέντρο του ναού και παραμένει εκεί όλη την υπόλοιπη εβδομάδα οπότε στο τέλος κάθε ακολουθίας γίνεται προσκύνηση του Σταυρού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το θέμα του Σταυρού, που κυριαρχεί στην υμνολογία αυτής της Κυριακής, παρουσιάζεται όχι μέσα στο πλαίσιο του πόνου, αλλά της νίκης και της χαράς. Ακόμα δε περισσότερο οι Ειρμοί του Κανόνα της Κυριακής είναι παραμένει από την πασχαλινή ακολουθία,«Αναστάσεως ημέρα», και ο Κανόνας είναι παράφραση του αναστάσιμου Κανόνα (Σταυροαναστάσιμος Κανόνας).

 ... https://www.dogma.gr/diafora/ti-giortazoume-simera-kyriaki-tis-stavroproskyniseos-2/100553/











φωτο: Αννα Παπαθανασίου

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Το Παλαιοχώρι Χαλκιδικής

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2019

ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ

Η απελευθέρωση του Αγίου Όρους και η προσπάθεια να γίνει ουδέτερο έδαφος

Με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912- 1913 έχουμε ασχοληθεί αρκετές φορές με άρθρα μας στο protothema.gr. Ξεχωριστή ιστορία με ξεχωριστή σημασία όμως, έχουν η απελευθέρωση του Αγίου Όρους τον Νοέμβριο του 1912 από τα ελληνικά στρατεύματα, όσο και η προσπάθεια που έγινε από Ρώσους και Βούλγαρους κυρίως, αλλά και Αυστριακούς να μην ενταχθεί ο Άθως στο ελληνικό κράτος.

Το Άγιο Όρος τον 19ο αιώνα

Ήδη από τον 19ο αιώνα η Ρωσία και η Βουλγαρία προσπαθούσαν ν’ αποκτήσουν ερείσματα στο Άγιο Όρος με την οικονομική ενίσχυση των μοναστηριών και την αποστολή εκατοντάδων μοναχών.
Η Ρωσία στόχευε παράλληλα, στην ίδρυση νέων μοναστηριών. Επειδή όμως αυτό απαγορευόταν από τους αρχαίους κανονισμούς οι Ρώσοι σχεδίασαν και πέτυχαν την επάνδρωση παλαιών κελιών και στη συνέχεια στην ανύψωσή τους σε κοινοβιακές σκήτες με τελικό στόχο να αναγνωριστούν ως μονές.

Έτσι το 1839 κατέλαβαν την ερημωμένη σκήτη του Προφήτη Ηλία και το 1849 το κελί του Αγίου Ανδρέα κοντά στις Καρυές και τα μετέτρεψαν σε κοινοβιακές σκήτες υψώνοντας γύρω τους τεράστια και μεγαλοπρεπή οικοδομήματα που δεν είχαν όμως καμία σχέση με την αρχιτεκτονική των μοναστηριών. Παράλληλα εγκαταστάθηκαν στο παλαιό ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, η ηγουμενία του οποίου πέρασε στον έλεγχό τους το 1870.

Είχαν προηγηθεί οι Βούλγαροι, οι οποίοι το 1833 εγκαταστάθηκαν στη μονή Ζωγράφου και το 1835 κατέλαβαν το παλαιό κελί του Ξυλουργού και το μετέτρεψαν σε κοινοβιακή σκήτη με το όνομα Μπογκορόντιτσα. Στα μέσα του 19ου αιώνα έκαναν αισθητή την παρουσία τους και στη Μονή Χιλανδαρίου. Όταν την επισκέφθηκε το 1896 ο βασιλιάς της Σερβίας Αλέξανδρος βρήκε αποκλειστικά Έλληνες και Βούλγαρους μοναχούς. Γρήγορα όμως με την εξόφληση των χρεών της μονής, την υψηλή ετήσια επιχορήγηση και την αποστολή πολλών Σέρβων μοναχών άλλαξε ο εθνολογικός χαρακτήρας της Μονής.

Η απελευθέρωση του Αγίου Όρους (2/15 Νοεμβρίου 1912)

Με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων και ιδιαίτερα μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης οι Βούλγαροι έδειξαν ξεκάθαρα τις βλέψεις τους και για το Άγιο Όρος. Καταλυτική ήταν τότε η παρέμβαση του Μητροπολίτη Κασσανδρείας Ειρηναίου. Ο Ειρηναίος καταγόταν από το Μελένικο (σημαντικό κέντρο του ελληνισμού άλλοτε, που σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία). Υπήρξε διευθυντής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και προαλειφόταν για Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, όμως η εκλογή του δεν έγινε λόγω σφοδρών αντιδράσεων από τους Τούρκους.

Το 1912 ο Ειρηναίος απευθύνθηκε στους Οθωμανούς αξιωματούχους τους οποίους έπεισε να παραδώσουν την Κασσάνδρεια Χαλκιδικής λέγοντάς τους ότι δήθεν φτάνουν σύντομα στην περιοχή ισχυρότατες ελληνικές δυνάμεις. Έτσι η χερσόνησος παραδόθηκε αναίμακτα στους Έλληνες, οι οποίοι εκείνη τη χρονική στιγμή δεν είχαν επαρκείς δυνάμεις. Αμέσως μετά ο Ειρηναίος ζήτησε από τον Αρχιστράτηγο διάδοχο Κωνσταντίνο την αποστολή ναυτικών αγημάτων στη Χαλκιδική, κάτι που έγινε πολύ σύντομα. Τα στοιχεία αυτά αποκαλύπτει ο Δρ. Ιωάννης Παπαφλωράτος στο δίτομο έργο του » Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1833- 1949» και προέρχονται από το αρχείο του Ειρηναίου που βρίσκεται σήμερα στην »Εταιρεία των Φίλων του Λαού».

Οι Βούλγαροι είχαν βλέψεις και για το Άγιο Όρος. Ο Κωνσταντίνος κινήθηκε αστραπιαία. Έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα στον Ελευθέριο Βενιζέλο:
Πρωθυπουργόν Βενιζέλον- Αθήνας
Ανάγκη καταληφθεί υπό Αγήματος Στόλου Άγιον Όρος και υψωθεί σημαία διότι μανθάνω ταύτην την στιγμήν ότι Βούλγαροι θα προβώσι εις την κατάληψιν αυτού διά ξηράς.
Παρακαλώ δοθώσιν επειγόντως διαταγαί εις Στόλον.

Θεσσαλονίκη 1.11.1912. Κωνσταντίνος
Ο Βενιζέλος ανταποκρίθηκε θετικά. Την επόμενη μέρα μία ναυτική μοίρα με επικεφαλής τον «Αβέρωφ» απέπλευσε από τον Μούδρο της Λέσβου κατευθυνόμενη προς τον Άθω. Οι μοναχοί αντιλήφθηκαν τα ελληνικά πλοία και ξέσπασαν σε »πρωτοφανείς εκδηλώσεις χαράς ενώ οι καμπάνες κτυπούσαν χαρμόσυνα» (Ι. Σ. Παπαφλωράτος »Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1833- 1949).
Στις 11:30 π.μ. ο «Αβέρωφ» έριξε 21 βολές ανταποδίδοντας τους χαιρετισμούς. Στη συνέχεια το αντιτορπιλικό »Θύελλα» κατέπλευσε στη Δάφνη και αποβίβασε ένα άγημα 40 ναυτών με επικεφαλής τον Ανθυποπλοίαρχο Παπαγεωργίου που απελευθέρωσε την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους τις Καρυές. Λίγο αργότερα ο «Αβέρωφ» με τα ανιχνευτικά »Ιέραξ» και »Πάνθηρ» έφτασε στον όρμο του Πρόβλακα, όπου αποβίβασε 200 άνδρες που κατέλαβαν τη διώρυγα του Ξέρξη. Στις 3 Νοεμβρίου 1912 συνεδρίασαν οι αντιπρόσωποι όλων των μονών εκτός της ρωσικής (του Αγίου Παντελεήμονος) και υπέγραψαν στον κώδικα των πρακτικών μία πράξη με την οποία επικυρωνόταν η κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας.

Η επίσημη ανακήρυξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912.
Η Ιερά Κοινότητα έστειλε και ευχαριστήριο τηλεγράφημα προς της ηγεσία της Ελλάδας.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος απάντησε ως εξής:
Ο Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου
Εν Αθήναις, τη 25η Νοεμβρίου 1912

Πανοσιολογιότατοι
Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως αποδεχόμενος τον φιλόστοργον υμών ασπασμόν ευχαριστώ από μέσης καρδίας επί ταις τιμητικαίς εκφράσεσι δι’ ων με περιβάλλουσι αι υμέτεραι Αγιότητες.
Αντισυγχαίρων δε επί τις νίκαις, αίτινες θεία συνάρσει στέψασαι τα ελληνικά όπλα απελύτρωσαν και τους της Αθωνιάδος τόπους, επικαλούμαι τας προς τον Ύψιστον υμετέρας δεήσεις υπέρ της κατά τους κοινούς πόθους περατώσεως του Ιερού αγώνος.

Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος
Τα γεγονότα του 1913

Ωστόσο, μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων και στο χρονικό διάστημα ως την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έγινε προσπάθεια διεθνοποίησης του Αγίου Όρους, το έδαφος του οποίου θα γινόταν ουδέτερο και θα τελούσε υπό την προστασία της Ελλάδας, της Ρωσίας, της Βουλγαρίας, του Μαυροβουνίου, της Σερβίας και της Ρουμανίας.

Μετά την απελευθέρωση του Αγίου Όρους οι Βούλγαροι ζήτησαν από τις ελληνικές αρχές την άδεια να επισκεφθεί ένας λόχος τους τη μονή Ζωγράφου. Η άδεια τους δόθηκε, αλλά ο λόχος όχι απλά εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μονή, αλλά ύψωσε και τη βουλγαρική σημαία. Να θυμίσουμε απλά ότι κάτι ανάλογο είχε γίνει και στη Θεσσαλονίκη, όπου ο Αρχιστράτηγος δέχθηκε μετά την απελευθέρωσή της να μπουν δύο βουλγαρικά τάγματα οι γείτονες κατάφεραν να μπει στη συμπρωτεύουσα μια ολόκληρη μεραρχία.

Μετά την έναρξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου ένα ελληνικό πλοίο έφτασε στην ακτή μπροστά από τη Μονή Ζωγράφου και απαίτησε την παράδοση των Βούλγαρων, οι οποίοι αρνήθηκαν και οχυρώθηκαν πίσω από τα τείχη της μονής αναμένοντας την άφιξη του στρατού τους. Οι Έλληνες στρατιώτες που είχαν εγκατασταθεί στις Καρυές με τη βοήθεια ανδρών της Χωροφυλακής και Ελλήνων μοναχών πολιόρκησαν τη Μονή Ζωγράφου, ενώ το ελληνικό σκάφος έριξε τρεις άσφαιρες βολές για εκφοβισμό.

Οι Βούλγαροι άρχισαν σταδιακά να χάνουν το ηθικό τους, καθώς δεν ήρθαν ποτέ οι συμπατριώτες τους όπως ανέμεναν. Τελικά παραδόθηκαν και μεταφέρθηκαν αιχμάλωτοι στον Πειραιά (Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Διονυσάτος »Αγιορείτικη Ιστορία 55 ετών» στην ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ ΤΗΣ ΑΘΩΝΙΑΔΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ (1966) ).

 Προσπάθεια διεθνοποίησης του Αγίου Όρους όμως έγινε και στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου από τη Ρωσία. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση της Βιέννης και του Λονδίνου, που ζήτησαν επίσης τη συμμετοχή τους στη διοίκηση του Αγίου Όρους, καθώς οι οι υπήκοοί τους (Βόσνιοι και Κύπριοι) διαβιούσαν στις Μονές. Θυμίζουμε ότι από το 1905 η Βοσνία- Ερζεγοβίνη ανήκε στην Αυστροουγγαρία ενώ η Κύπρος βρισκόταν υπό βρετανική κατοχή.

Στις 12 Μαΐου 1913 ο Ρώσος αντιπρόσωπος έφερε το ζήτημα του καθεστώτος του Αγίου Όρους στη Διάσκεψη του Λονδίνου παρουσιάζοντας και υπόμνημα των Ρώσων μοναχών ζητώντας τα εξής:

i) να αναγνωριστεί το Άγιο Όρος έδαφος αυτόνομο και ουδέτερο υπό την προστασία της Ρωσίας και των πέντε βαλκανικών ορθόδοξων χωρών.

ii) οι αντιπρόσωποι των χωρών αυτών να καθορίσουν τις αρχές διοίκησης του Αγίου Όρους.

iii) η εκλογή των μελών της Κοινότητας να γίνεται από όλους τους μοναχούς με βάση έναν αντιπρόσωπο για κάθε 200 ή 250 μοναχούς, μοναστηριακούς ή κελιώτες και

iv) κατάργηση της ιδιοκτησίας του Άθω από τις είκοσι μονές, πλέον κάθε ίδρυμα (μοναστήρι, σκηνή ή κελί) θα κατέχει το έδαφός του κυριαρχικά.

(Το όλο έγγραφο δημοσιεύει ο αρχιμανδρίτης Βησσαρίων ηγούμενος της μονής Γρηγορίου στη μελέτη του »Οι Αγώνες του Αγίου όρους κατά της Διεθνοποιήσεως αυτού», Χρονικά της Χαλκιδικής 6, 1963, σελ. 179- 180).

Η εφαρμογή των όρων αυτών κατέλυε τον αρχαίο τρόπο διοίκησης της Αθωνικής Πολιτείας και άφηνε το Άγιο Όρος στην απόλυτη κυριαρχία των Ρώσων, ενώ η κατακερμάτιση της ιδιοκτησίας θα έφερνε τη διάλυση του μοναχισμού στον Άθω. Μετά την αντίδραση των άλλων κρατών το ζήτημα του Αγίου Όρους παραπέμφθηκε σε πρεσβευτική διάσκεψη των Μεγάλων Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία και Ρωσία).

Στη διάσκεψη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) δεν λύνεται οριστικά το θέμα. Ωστόσο, το Άγιο Όρος περιήλθε κατά κάποιον τρόπο σε ελληνική κυριαρχία, καθώς βρίσκεται εντός των ορίων του νέου ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα στο άρθρο 5 της Συνθήκης του Βουκουρεστίου καθορίζονται τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα με την οροθετική γραμμή να ξεκινά »από των νέων βουλγαροσερβικών συνόρων επί της κορυφογραμμής του όρους Μπέλες και καταληγούσης εις τας εις το Αιγαίον Πέλαγον εκβολάς του ποταμού Νέστου».

Με αυτό τον τρόπο το Άγιο Όρος παραχωρήθηκε σιωπηρά στην Ελλάδα. Καθώς όμως δεν γινόταν ρητή και ονομαστική αναφορά σ’ αυτό, δημιουργήθηκαν προβλήματα όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Στο Βουκουρέστι, δόθηκε μεγάλη μάχη για την Καβάλα που, πέρα από όλα τ’ άλλα, έχει και λόγω του λιμανιού της, τεράστια σημασία. Οι Βούλγαροι, με τη συνδρομή των Ρώσων, επιδίωξαν να δοθεί σ’ αυτούς η Καβάλα. Τελικά μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις η Καβάλα δόθηκε στην Ελλάδα. Αυτό έκανε τους πανσλαβιστικούς κύκλους, να ασχοληθούν με μεγαλύτερη θέρμη με το Άγιο Όρος. Χαρακτηριστικό είναι το δημοσίευμα της εφημερίδας «Ρουσκάγια Σνάμια» («Ρωσική Σημαία»), της 12/10/1913:

«Η Ρωσία υπολόγιζεν να αποκτήσει ίδιον (δικό της) λιμένα εις Καβάλαν παραχωρημένην εις Βουλγαρίαν. Μετά την υπό των Ελλήνων κατάκτησιν αυτής, είδε εαυτήν και πάλι εν τη ανάγκη να σκεφθεί περί βάσεων εν Μεσογείω, τοιαύτη δε δεν υπολείπεται άλλη πλην του όρμου Καρυών (Δάφνης) εις τους πρόποδες του Αγίου Όρους. Προς κατάληψιν αυτής εχρειάζετο αφορμή, ταύτη δε εδημιουργήθη δια της αιτήσεως ενός Μοναστηρίου του Άθω (ενν. της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος), ζητήσαντος την προστασίαν της Ρωσίας».

Την αίτηση αυτή, υπέβαλλαν 20 Ρώσοι κελιώτες μοναχοί που συνέταξαν ένα υπόμνημα προς την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη (12 Μαΐου 1913).
Οι άλλες Μεγάλες Δυνάμεις (εκτός της Ρωσίας), δεν πήραν επίσημα μέρος στις διαπραγματεύσεις, αλλά κινήθηκαν παρασκηνιακά. Αλλά και η ρωσική κυβέρνηση μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου άρχισε να δείχνει πιο διαλλακτική, καθώς έβλεπε ότι τα άλλα βαλκανικά κράτη, έστω και σιωπηρά, αναγνώριζαν την ελληνική κυριαρχία στον Άθω, προσπάθησε να διαπραγματευθεί διμερώς με την Ελλάδα, θέλοντας να επιβληθεί στο Άγιο Όρος ένα είδος ελληνορωσικής συγκυριαρχίας.

Η χώρα μας, που χρειαζόταν τη ρωσική στήριξη, δεν αρνήθηκε κατ’ αρχάς να συνομιλήσει. Αποφασίστηκε μάλιστα οι συζητήσεις να γίνουν στην Κωνσταντινούπολη, για να εκφέρει τη γνώμη του, αν χρειαζόταν και ο Οικουμενικός Πατριάρχης.

Στην διάρκεια των διαπραγματεύσεων αυτών στην Κωνσταντινούπολη (1914), ο Ρώσος πρεσβευτής de Giers έδωσε στον Έλληνα συνάδελφό του ένα υπόμνημα που περιείχε 7 φανερά άρθρα και 6 μυστικά και επαναλάμβανε τις γνωστές ρωσικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με τα φανερά άρθρα, προτεινόταν συγκυριαρχία Ελλάδας – Ρωσίας, ενώ σύμφωνα με τα εμπιστευτικά, άνοιγε ο δρόμος για την απόλυτη εξουσία των Ρώσων στον Άθω. Το υπόμνημα στάλθηκε και στο Άγιο Όρος, αλλά η Ιερά Κοινότητα αρνήθηκε να το εξετάσει.

Στο μεταξύ, το πρωτόκολλο της πρεσβευτικής συνδιάσκεψης που υπογράφτηκε στο Λονδίνο τον Αύγουστο του 1913, περιείχε μια συμβιβαστική λύση: το Άγιο Όρος θα ήταν αυτόνομο, ανεξάρτητο και ουδέτερο (ικανοποιώντας έτσι τα ρωσικά αιτήματα), θα διευθυνόταν από το Συμβούλιο των είκοσι αντιπροσώπων και τα μοναστήρια παρέμεναν ιδιοκτήτες του εδάφους (ικανοποίηση αιτημάτων των Αγιορειτών).
Προβλεπόταν επίσης, ότι το Άγιο Όρος θα είχε δική του αστυνομική δύναμη, θα απαγορευόταν η στάθμευση πολεμικών πλοίων στον Άθω, ενώ μπορούσαν να εγκατασταθούν ελεύθερα σε νοικιασμένα εδάφη ορθόδοξοι μοναχοί

Όλα αυτά όμως, και ιδιαίτερα οι ρωσικές ενέργειες, προκάλεσαν την έντονη αντίδραση των Αγιορειτών μοναχών.

Στις 19 Αυγούστου/3 Σεπτεμβρίου 1913, η Ιερά Κοινότητα απηύθυνε προς τον πρόεδρο της Πρεσβευτικής Διάσκεψης του Λονδίνου ένα υπόμνημα από έξι κεφάλαια υπογεγραμμένο από τους είκοσι αντιπροσώπους των Μονών (μεταξύ των οποίων και ο Ρώσος), το οποίο υποδείκνυε ότι σύμφωνα με αποστολικούς κανόνες και πολιτικούς νόμους η συγκυριαρχία είναι αδύνατη και προσβάλλει τα δίκαια των άλλων Δυνάμεων. Παράλληλα, στο υπόμνημα αναλυόταν η λειτουργία του καθεστώτος, τόσο της Κοινότητας και της Επιστασίας, όσο και κάθε μονής και των εξαρτημάτων της. Επίσης, με εγκύκλιό της, στις 24 Σεπτεμβρίου, καλούσε σε Έκτακτη Σύναξη στις 2 Οκτωβρίου 1913.

Στη συνεδρίαση αυτή, αποφασίστηκε ομόφωνα να συνταχθεί ένα έγγραφο με το όνομα «Ιερόν Ψήφισμα» και να υπογραφτεί στο ναό του Πρωτάτου μπροστά στην εικόνα «Άξιον Εστί». Το ψήφισμα υπογράφτηκε την επομένη, 3 Οκτωβρίου 1913, παρουσία 500 μοναχών και εκατοντάδων λαϊκών, ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν αξιωματικοί και οπλίτες του Ελληνικού Στρατού.

Το υπογράφουν 19 μέλη (εκτός του Ρώσου) της Τακτικής Σύναξης και τα 19 της Έκτακτης. Περιέχει 19 άρθρα. Μετά την έκφραση ευγνωμοσύνης στον Ύψιστο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο (ο πατέρας του Γεώργιος είχε δολοφονηθεί στις 5 Μαρτίου 1913 στη Θεσσαλονίκη από τον Αλέξανδρο Σχινά), «διατάσσει» ότι η ελληνική σημαία θα εξακολουθήσει να κυματίζει σε όλα τα ιδρύματα του Άθω, κηρύσσει το αυτοδιοίκητο του μοναστηριακού πολιτεύματος, κάτω από την πνευματική δικαιοδοσία του Πατριάρχη στα πλαίσια των Γενικών Κανονισμών και αναγνωρίζει ότι όλα τα δικαιώματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας στο Άγιο Όρος έχουν μεταβιβαστεί στο ελληνικό βασίλειο. Αποκρούει κάθε ιδέα «διεθνοποιήσεως ή ουδετεροποιήσεως ή συγκυριαρχίας ή συμπροστασίας» και θεωρεί το Άγιο Όρος αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού εδάφους. Το ψήφισμα καθαρογράφτηκε σε μεμβράνη, σφραγίσθηκε από την Ιερά Κοινότητα και τις μονές και στάλθηκε (μέσω των πρεσβειών τους στην Αθήνα), σε όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις (και την Ρωσία).

Στις 17/30 Οκτωβρίου, επιτροπή αντιπροσώπων έγινε δεκτή από τον Κωνσταντίνο στα ανάκτορα. Ο επικεφαλής της επιτροπής κρατούσε τη ράβδο του κατά το παλαιό τυπικό των βυζαντινών αυτοκρατόρων και της βυζαντινής αυλής. Στο ψήφισμα, αφού εγκωμιαζόταν ο Κωνσταντίνος, γινόταν αναφορά στην προσπάθεια απόσπασης του Αγίου Όρους από την Ελλάδα. Και κατέληγε ως εξής:

«Όχι, Βασιλεύ Ευσεβέστατε, δεν ανεχόμεθα την αδικίαν ταύτην, διότι αντιβαίνει εις το θέλημα του Θεού και απεφασίσαμεν προ της Σεπτής Εικόνος της Αειπαρθένου Μαρίας, ότι ούτε ζωή, ούτε θάνατος δύναται να χωρίσει ημάς από Σου, του απεσταλμένου προς ημάς υπό του Θεού. Την απόφασιν ημών ταύτην καταθέτομεν γραπτήν εις τας Βασιλικάς Σου Χείρας».

Ο Κωνσταντίνος, μεταξύ άλλων, είπε και τα εξής:

«Παρακολουθώ το ζήτημα του Αγίου Όρους μετά μεγίστης προσοχής και επιμελείας. Ας ελπίζομεν όλα εις τον Θεόν. Εστέ ήσυχοι εν πάση περιπτώσει»

Ρώτησε αν υπάρχουν Έλληνες μοναχοί στη ρωσική μονή. «Υπάρχουν αρκετοί, Μεγαλειότατε, συμβιούν δε εν αγάπη και ομονοία με τους Ρώσους», απάντησε ο Πρόεδρος.

Στο τέλος της συνάντησης, ο Κωνσταντίνος υποσχέθηκε ότι θα επισκεφθεί σύντομα τον Άθω.

Η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (Αύγουστος 1914) και η Ρωσική Επανάσταση του 1917, τερμάτισαν τη ρωσική «απειλή» για το Άγιο Όρος.

Η χώρα μας συνέχισε ν’ ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα στον Άθω, χωρίς να περιορίζεται από καμία διεθνή σύμβαση. Το 1918, μετά από αίτηση της Ιεράς Κοινότητας πήγε στο Άγιο Όρος ως νομικός σύμβουλος ο Ι. Στεφανίδης. Υπό την προεδρία του και με τη συνεργασία του συντάχθηκε από επιτροπή Αγιορειτών ο λεγόμενος «Θεμελιώδης Χάρτης του Άγιου Όρους». Με τη Συνθήκη των Σεβρών το 1920 και τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, αναγνωρίστηκε οριστικά η ελληνική επικυριαρχία στο Άγιο Όρος, με μόνη προϋπόθεση ότι η χώρα μας θα σέβεται και θα αναγνωρίζει τις ελευθερίες των μη ελληνικής καταγωγής μοναχών.

Όλα όσα κέρδισαν, με πολλές δυσκολίες, οι πρόγονοί μας, δεν θα πρέπει να τα απεμπολούμε. Ανεύθυνες και αβασάνιστες ενέργειες και υπογραφές, με τις οποίες αναγνωρίζονται ως (Βορειο)Μακεδόνες, με μακεδονική γλώσσα και ιθαγένεια, κάποιοι που ως τα τέλη του 6ου μ. Χ. αιώνα κατοικούσαν βόρεια του Δούναβη, είναι απαράδεκτες και εθνικά επιζήμιες. Ελπίζουμε κι ευχόμαστε να μην είναι και μοιραίες…

Pentapostagma.gr

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2019


Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα τα ”σα εκ των σων”..

Ο στολισμός του δένδρου είναι καθαρά συμβολικός της ευτυχίας των ανθρώπων και της φύσεως με τη Γέννηση του Θεανθρώπου. Σύμφωνα με ερευνητές του αντικειμένου, το πρώτο στολισμένο δένδρο εμφανίστηκε στη Γερμανία το 1539 και τα πρώτα στολίδια ήταν συσκευασμένα φαγητά ή είδη ρουχισμού ή άλλα χρήσιμα είδη, που στο πέρασμα των χρόνων και με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου εξελίχθηκαν μόνο σε διακοσμητικά αντικείμενα. Κατά την παράδοση ο πρώτος που στόλισε δέντρο ήταν ο Μαρτίνος Λούθηρος. Έχει εκφραστεί όμως και η άποψη ότι το έθιμο έχει ανατολίτικη προέλευση. Σύμφωνα με αυτή, ο Αναστάσιος Α' το 512 έχτισε στη Συρία έναν ναό με δύο ορειχάλκινα δέντρα.

🌲Το Δέντρο
Όσον και να φανεί περίεργο το Χριστουγεννιάτικο Δένδρο έλκει τις ρίζες του απο τον Βυζάντιο, όπως και η φάτνη καθώς ο και ο  :Santa 🎅 ή καθ ημας Άγιος Βασίλης. Πολύ ενωρίτερα δηλαδή απο το 1539 που οι Γερμανοί ανακάλυψαν το Δένδρο, εκείνα τα ” παλιόπαιδα τα ατίθασα” της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στόλιζαν και στολιζόντουσαν Χριστουγεννιάτικα.

To Χριστουγεννιάτικο δένδρο και μάλιστα ως μετεξέλιξη της αρχαίας Ελληνικής «Ειρεσιώνης», όχι μόνο δεν απαγορευόταν στο Βυζάντιο όπως λάθος υποστηρίζουν ορισμένοι ”αρχαιόπληκτοι” αλλά αντιθέτως κατά την εορτή των Χριστουγέννων «…κατά διαταγήν του επάρχου της (κάθε) πόλεως, ου μόνον καθαρισμός των οδών εγένετο, αλλά και στολισμός διαφόρων κατά διαστήματα στηνομένων στύλων με δενδρολίβανα, κλάδους μύρτου και άνθη εποχής…» αναφέρεται απο τον
 Φαίδωνα Κουκουλέ, Τακτικό Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών και Ακαδημαϊκού στο βιβλίο του «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός»

Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα επίλεκτο Βασιλικό Καβαλλαρικό (Ιπποτικό) Τάγμα της βυζαντινής ανακτορικής φρουράς το οποίο συμμετείχε με τελετουργικό ρόλο σε επίσημες αυτοκρατορικές τελετές – μεταξύ των οποίων και της τελετής των Χριστουγέννων – ήταν εκείνο της «Εταιρείας», το οποίο διαιρείτο σε «Μικρή», «Μεσαία» και «Μεγάλη Εταιρεία».

Την «Μικρή Εταιρεία» την αποτελούσαν αλλόθρησκοι!!!… (π.χ. εθνικοί, ειδωλολάτρες, μουσουλμάνοι κλπ).

Την «Μεσαία Εταιρεία» την αποτελούσαν αλλόδοξοι ή/και αλλοεθνείς Χριστιανοί (π.χ. Σκανδιναυοί, Γερμανοί, Ρώσοι, Άγγλοι κλπ).

Την «Μεγάλη Εταιρεία» την αποτελούσαν «Ρωμαίοι», δηλ. Έλληνες και Ρωμαίοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Ρωμιοί).

Το πιθανότερο ήταν επομένως οι αλλοεθνείς/αλλογενείς Ιππότες της Μεσαίας Εταιρείας ήταν αυτοί που έκαναν ολη την δουλειά στην Ευρώπη.  Ηταν εκείνοι που μεταλαμπάδευσαν το έθιμο της «Ειρεσιώνης» (το οποίο μετεξελίχθηκε στους «Βυζαντινούς στηνόμενους στύλους με δενδρολίβανα, κλάδους μύρτου και ανθέων εποχής») στις αλλόδοξες Χριστιανικές χώρες από τις οποίες κατάγονταν.

Πάντως η ανάμνηση του βυζαντινού Χριστουγεννιάτικου στολισμού με στηνόμενους στύλους με δενδρολίβανα επιβίωσε στα Πρωτοχρονιάτικα κάλανδα: «Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά ψηλή μου ΔΕΝΔΡΟΛΙΒΑΝΙΑ…»
Δεν γνωρίζω εάν π.χ. στις Σκανδιναυικές χώρες φύονται δενδρολίβανα, αλλά τα κλαδιά του ελάτου που μοιάζουν πολύ με εκείνα του δενδρολίβανου θα μπορούσαν ίσως να αποτελούσαν το πιο πρόσφορο υποκατάστατό του που διαδόθηκε ευρέως στη Δύση και παρέμεινε μέχρι τις ημέρες μας ως χριστουγεννιάτικο Δένδρο . Μπορεί το Χριστουγεννιάτικο καραβάκι να μας αρέσει επειδη είμαστε λαός θαλασσινός αλλά σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει οτι το καραβάκι είναι περισσότερο ελληνικό απο το δέντρο.

 🎇Η Φάτνη
Αξίζει να σημειωθεί ότι και η φάτνη η οποία τοποθετείται στην βάση του Χριστουγεννιάτικου δένδρου αποτελεί επίσης  έθιμο από την εποχή του Βυζαντίου:
«Οι Βυζαντινοί κατά την ημέραν των Χριστουγέννων…εσχημάτιζον σπήλαιον και εν αυτώ ετοποθέτουν στρωμνήν εφ’ ής ετοποθέτουν παίδα, τον Ιησούν παριστάνοντα…»
Ομοίως και τα κάλανδα:
«…Οι Βυζαντινόπαιδες, περιερχόμενοι τας οικίας, από βαθείας πρωίας μέχρι δείλης οψίας, μετά αυλών και συρίγγων έλεγον τα κάλανδα…»( Επισης Φαίδωνος Κουκουλέ, «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός)»

📐Κάλαντα
Περί των καλανδιστών κατά τα Χριστούγεννα κατά τον ΙΒ΄ αι. μαρτυρεί και ο Ι. Τζέτζης γράφων:

«…Και όσοι κατ’ αρχίμηνον την Ιανουαρίου και τη Χριστού γεννήσει δε και Φώτων ημέρα, οπόσοι περιτρέχουσι τας θύρας προσαιτούντες μετά ωδών και επωδών και λόγους εγκωμίων…».

🎅Αγιος Βασίλης (Santa)
Ομοίως ο Άη Βασίλης ή Santa για την Δύση  για τον οποίο ο κα­θη­γη­τὴς τῆς λα­ο­γρα­φί­ας Δ. Λου­κά­τος, στὸ βι­βλί­ο του «Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα καὶ τῶν γι­ορ­τῶν» γρά­φει μεταξύ άλλων ὅ­τι:

«…Ο δι­κός μας Ἅ­γιος Βα­σί­λης ἦ­ταν ἕ­νας κα­θα­ρὰ πρω­το­χρο­νι­ά­τι­κος Ἅ­γιος, κά­τι ἀ­νά­με­σα στὸν πραγ­μα­τι­κὸ Ἱ­ε­ράρ­χη τῆς Και­σα­ρείας καὶ σ’ ἕ­να πρό­σω­πο συμ­βο­λι­κὸ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ, ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἀ­σί­ας, κι ἔ­φτα­νε τὴν ἴ­δια μέ­ρα σ’ ὅ­λα τὰ πλά­τη, ἀ­πὸ τὸν Πό­ντο ὡς τὴν Ἑ­πτά­νη­σο κι ἀ­πὸ τὴν Ή­πει­ρο ὡς τὴν Κύ­προ… Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἔ­φερ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο συμ­βο­λι­κό: ἡ κα­λὴ τύ­χη κι ἡ ἱ­ε­ρα­τι­κὴ εὐ­λο­γί­α του… Ο Άη Βασίλης στην δι­κή μας (Βυζαντινή) πα­ρά­δο­ση, ήταν γε­λα­στός, ντυ­μέ­νος σαν βυ­ζαν­τι­νὸς πε­ζο­πό­ρος, μὲ σκου­φὶ …και στο χέ­ρι του κρα­το­ύ­σε ένα ρα­βδί.. Τὸ …μα­γι­κὸ ρα­βδί του, ἀ­π’ ὅ­που μὲ θαυ­μα­στὸν τρό­πο βλά­σται­ναν ἢ ζων­τά­νευ­αν κλα­διά καὶ πέρ­δι­κες, σύμ­βο­λα τῶν ἀν­τί­στοι­χων δώ­ρων, ποὺ θὰ μπο­ρο­ύ­σε νὰ μοι­ρά­σει στοὺς εὐ­νο­ου­μέ­νο­υς του (το ραβδί του Άη Βασίλη θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο άμεσος πρόγονος του Χριστουγεννιάτικου στολισμένου δένδρου…).­..Οἱ ἄν­θρω­ποι λὲς καὶ ζη­τοῦ­σαν τὴν εὐ­λο­γί­α του, μὲ τὸ νὰ μοι­ρά­ζουν ἀ­πὸ δι­κὴ τους πρό­θε­ση δῶ­ρα καὶ λε­φτά…γο­νεῖς καὶ συγ­γε­νεῖς ἔ­δι­ναν στὰ παι­διὰ τους μπου­να­μά­δες ἢ καὶ με­τα­ξύ τους τὰ δῶ­ρα…».

Όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς μόνο ξενικά δεν είναι τα έθιμα του Χριστουγεννιάτικου δένδρου , της Φάτνης , των Καλάντων ,του Αγ Βασίλη κλπ. Το Βυζάντιο δάνεισε τα περισσότερα στην Ευρώπη είτε το θέλουμε , είτε  ξυνίζει,  σε όσου αρέσκονται  να βλέπουν το Βυζάντιο σαν κάτι ξένο . Εν είδη αντιδανείου τα ξανα πήραμε και εμείς .

Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν
Μτφ: δηλαδή  κατακαημένο Βυζάντιο τα δικά σου  απο τα δικά σου Χριστούγεννα , προσφέρουμε.

Βυζαντινά Κάλαντα
Να βάλω και λιγο τα κάλαντα που έλεγα στο Βυζάντιο :

Άναρχος Θεός καταβέβηκεν,
και εν τη Παρθένω κατώκησεν.
Έρουρεμ, έρουρεμ
έρου, έρου, έρουρεμ, Χαίρε Δέσποινα!

Βασιλεύς των όλων και Κύριος
ήρθε τον Αδάμ αναπλάσασθαι.
Έρουρεμ, έρουρεμ
έρου, έρου, έρουρεμ, Χαίρε Άχραντε!

Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε,
τάξεις των αγγέλων ευφραίνεσθε.
Έρουρεμ, έρουρεμ
έρου έρου έρουρεμ, Χαίρε Δέσποινα!

Δέξου Βηθλεέμ τον Δεσπότην σου,
Βασιλέα πάντων και Κύριον
Έρουρεμ, έρουρεμ,
έρου, έρου, έρουρεμ, Χαίρε Άχραντε!

Εξ Ανατολών Μάγοι έρχονται,
δώρα προσκομίζοντες άξια.
Έρουρεμ, έρουρεμ
έρου, έρου, έρουρεμ, Χαίρε Άχραντε!

Σήμερον η κτίσις αγάλλεται
και πανυγυρίζει και χαίρεται
Έρουρεμ, έρουρεμ
έρου, έρου, έρουρεμ, Χαίρε Άχραντε!

Ιωσήφ Τσιμισκής.
https://www.facebook.com/100008468681637/posts/2097466817212254/



Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

απο Χρυσάνθη Τσιλιπάκου.
Συνταγη της μανας μου ( Μαριγως), απο το Παλαιοχωρι Χαλκιδικης.

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2018


Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

The only purpose for which power can be rightfully exercised over any member
of a civilized community, against his will, is to prevent harm to others
John Stuart Mill 1

The burden of proof is on the shoulders of whomever advocates legal coercion.
Joel Feinberg 2

Από το σχολείο ήδη μαθαίνουμε πως η ελευθερία μας σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία των άλλων. Είναι μια φράση που εύκολα μπορεί να την απομνημονεύσεις αλλά δύσκολα να την εφαρμόσεις, εάν κρίνω από τις καθημερινές «συνοριακές διαμάχες» του γιου μου και της κόρης μου. Όλοι όμως θα συμφωνήσουν ότι η ελευθερία δεν μπορεί να είναι απεριόριστη και ότι ένας σοβαρός λόγος περιορισμού της είναι πως σε πολλές περιπτώσεις η κατανομή της αποτελεί παίγνιο σταθερού αθροίσματος (μια, έστω μικρή, αύξηση της ελευθερίας του ενός συνεπάγεται ανάλογη μείωση της ελευθερίας κάποιου άλλου). Ακόμα και στα πλέον φιλελεύθερα κράτη η ατομική ελευθερία δεν περιορίζεται μόνο προς χάριν της δικαιότερης κατανομής της. Δυστυχώς, υπάρχουν πολλά – ορισμένες φορές σοβαρά – επιχειρήματα για τον περιορισμό της και σε πολλές περιπτώσεις τόσο πειστικά ώστε να υιοθετούνται από αυτούς που λαμβάνουν αποφάσεις.

Ο John Stuart Mill στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του Περί Ελευθερίας (1859) είχε επιχειρήσει να θέσει ένα όριο στον περιορισμό της ελευθερίας, ένα διάσημο πλέον όριο (σε ελεύθερη δική μου μετάφραση):

Ο μοναδικός σκοπός χάριν του οποίου νομιμοποιείται το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου παρά τη θέλησή του τελευταίου είναι για να αποτρέψει τη βλάβη σε άλλα άτομα. Δεν νομιμοποιείται όμως το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου για το «δικό του καλό» (σωματικό ή ηθικό). Δεν δικαιούται να το υποχρεώσει να κάνει ή να μην κάνει κάτι διότι υποτίθεται πως έτσι θα είναι καλύτερα γι’ αυτό ή διότι θα το κάνει ευτυχέστερο ή γιατί σύμφωνα με κάποιους έτσι είναι «πιο σωστό» ή «πιο σοφό». Το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και στο μυαλό του.
Αυτή είναι η περίφημη “αρχή της βλάβης” (harm principle) η οποία ακούγεται τόσο πειστική όσο και ασαφής. Ακόμα και για έναν φιλελεύθερο που την υιοθετεί με ενθουσιασμό, η λέξη «βλάβη» είναι πολύ γενική και σίγουρα δεν μπορεί να εφαρμοσθεί μηχανιστικά, όπως ίσως ήλπιζε ο Mill. Όλοι θα συμφωνήσουν πως η ανθρωποκτονία, η κλοπή, η σωματική βλάβη και η απάτη εμπίπτουν στην έννοια της «βλάβης». Όμως εάν αποφασίσω να κάψω την ελληνική σημαία μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη ανήμερα της 25ης Μαρτίου, μπορεί να θεωρηθεί πως βλάπτω κάποιους; Εάν είμαι μέλος της Ku-Klux-Klan και κάψω σταυρούς μπροστά στα σπίτια μαύρων ή αν είμαι νεοναζιστής και παρελάσω μέσα από μια εβραϊκή συνοικία την ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος; Εάν γράψω άρθρο κατηγορώντας τους Αλβανούς πως είναι από τη φύση τους κλέφτες; Εάν αποκαλύψω σε τηλεοπτική εκπομπή το κρυφό ημερολόγιο γνωστού μόδιστρου; Εάν δεν βοηθήσω κάποιον που πνίγεται αν και θα μπορούσα να το κάνω χωρίς να κινδυνεύσω ο ίδιος; Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι εμφανές πως κάποιος βλάπτεται, ζημιώνεται, υποφέρει από τις πράξεις μου. Όμως ακόμα κι αν ανοίξω ένα κατάστημα πολύ κοντά σ’ ένα άλλο που παρέχει παρόμοια αγαθά ή υπηρεσίες είναι σίγουρο πως θα βλάψω τον ανταγωνιστή μου και εάν οργανώνω ρωμαϊκά όργια στο σπίτι μου είναι επίσης βέβαιο ότι θα ενοχλήσω πολλούς, ακόμα κι αν δεν τους προσκαλέσω ποτέ σ’ αυτά.

Ακούγεται εύλογη λοιπόν η αρχή του Mill, αλλά θα πρέπει να δούμε και πώς ορίζεται η βλάβη. Ακόμα και για συνεπείς φιλελεύθερους ο ορισμός δεν είναι καθόλου εύκολος. Αρκεί να θυμηθούμε πως το 1976 η μεγαλύτερη παγκοσμίως οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η American Civil Liberties Union (ACLU), έχασε σε μια μόνο μέρα τα μισά της μέλη, όταν αποφάσισε να υπερασπισθεί στα δικαστήρια το δικαίωμα των νεοναζιστών να παρελάσουν στην εβραϊκή συνοικία Σκόκι του Σικάγο. Όμως πολλές οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (και στην Ελλάδα) ζητούν την παραδειγματική τιμωρία όσων εκφράζουν με άρθρα ρατσιστικές απόψεις στις εφημερίδες, ενώ πολλοί θα συμφωνούσαν πως το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή προηγείται του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης ακόμα και για τα δημόσια πρόσωπα.

Σύμφωνα με τον Feinberg, βλάβη είναι οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη πλήττει τις βασικές προϋποθέσεις για την ευημερία ενός ατόμου. Ο κίνδυνος της διασταλτικής ερμηνείας υπάρχει πάντα, αλλά το βάρος της απόδειξης το έχει αυτός που υποστηρίζει τον περιορισμό.


Κανείς άλλος δεν έχει συνεισφέρει τόσο στο διάλογο για το τι είναι βλάβη και το ποια είναι τα όρια της κρατικής παρέμβασης στην ατομική ελευθερία όσο ο Joel Feinberg (1926-2004). Ο Feinberg δίδαξε σε πολλά αμερικάνικα πανεπιστήμια (μεταξύ των άλλων στο Princeton και στο UCLA) μέχρι να καταλήξει στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Αριζόνα, όπου δίδαξε για 17 χρόνια μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1994. Το έργο του είναι πλουσιότατο, αλλά η μεγαλύτερή του συνεισφορά βρίσκεται στη φιλοσοφία του ποινικού δικαίου. Το περίφημο τετράτομο έργο του Τα Ηθικά Όρια του Ποινικού Δικαίου (The Moral Limits of the Criminal Law) που δημοσιεύτηκε από το 1984 έως το 1988 δικαιολογημένα θεωρείται ως ένα από τα σημαντικότερα έργα φιλοσοφίας του δικαίου του 20ου αιώνα.

Ο Feinberg ως κλασικός φιλελεύθερος θεωρεί καταρχήν πως το κράτος θα πρέπει να μην περιορίζει την ελευθερία των πολιτών παρά σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου ο περιορισμός της νομιμοποιείται από ηθικές αρχές. Ασκώντας κριτική στις θεωρίες του καθήκοντος, επαναφέρει τη συζήτηση στα δικαιώματα 3 Εάν εννοούσε τα νομικά δικαιώματα (legal rights), το όλο επιχείρημα θα ήταν κυκλικό. θεωρώντας ότι σοβαρά μπορούν να συζητηθούν τέσσερις περιπτώσεις στις οποίες το κράτος νομιμοποιείται να περιορίσει την ελευθερία ενός ατόμου. Πιο συγκεκριμένα, όταν το άτομο:

1. βλάπτει σοβαρά κάποιο άλλο ή το υποβάλλει σε παράλογο κίνδυνο (αρχή της βλάβης / harm principle)
2. προσβάλλει ένα άλλο πρόσωπο με τις ενέργειές του (αρχή της προσβολής / offence principle), του δημιουργεί δηλαδή αισθήματα ντροπής, άγχους, αηδίας, αγανάκτησης, κλπ.
3. βλάπτει τον εαυτό του σωματικά, οικονομικά ή ηθικά (νομικός πατερναλισμός / legal paternalism)
4. αν και δεν βλάπτει ή ενοχλεί κανέναν, η συμπεριφορά του κρίνεται ως ανήθικη από την κρατούσα συμβατική ηθική (νομικός ηθικισμός / legal moralism)

Ο Alan Wertheimer θα προσθέσει άλλες τρεις περιπτώσεις περιορισμού της ελευθερίας:

5. σε περίπτωση που είναι απαραίτητο για την παροχή δημόσιων αγαθών (αρχή των συλλογικών αγαθών / collective benefits principle),
6. για λόγους δικαιοσύνης (αρχή της δικαιοσύνης / justice principle)
7. για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες άλλων ανθρώπων (αρχή της ανάγκης / need principle)

Οι εξαιρέσεις είναι τόσες πολλές που, αν υιοθετηθούν όλες, θα μετατρέψουν την ίδια την ελευθερία σε εξαίρεση. Ο Feinberg συζητά τις τέσσερις και καταλήγει πως μόνο οι δύο πρώτες (πολύ περισσότερο η αρχή της βλάβης) νομιμοποιούν ηθικά τον περιορισμό της ελευθερίας. Για τον Feinberg, ο φιλελευθερισμός αποκλείει κάθε άλλη αρχή παρέμβασης. Πολλοί ακραίοι φιλελεύθεροι (libertarians) θα δέχονταν μόνο την πρώτη αρχή και μάλιστα ερμηνεύοντάς την συσταλτικά. Οι ωφελιμιστές φιλελεύθεροι αντίθετα θα έβλεπαν με συμπάθεια τη δεύτερη και ιδιαίτερα την πέμπτη σε περιπτώσεις διλήμματος του φυλακισμένου.

Για τον Feinberg όμως αυτό που έχει ενδιαφέρον δεν είναι το πρόβλημα του κοινωνικού ελέγχου με όργανο το (ποινικό) δίκαιο, αλλά τα ηθικά όρια της κρατικής παρέμβασης, δηλαδή του περιορισμού της ελευθερίας από το κράτος. Σε αντίθεση με τους θετικιστές (όπως ο Hart) και τους οπαδούς του ουδέτερου φιλελεύθερου κράτους (όπως ο Rawls) ο Feinberg βλέπει την παρέμβαση αυτή ως ένα είδος επιβολής κοινώς αποδεκτών ηθικών αξιών, ιδιαίτερα των ηθικών δικαιωμάτων. Για τον Feinberg η ποινική διαδικασία είναι εγγενώς ηθική – την ονομάζει «μεγάλη ηθική μηχανή» (great moral machine). Το ποινικό δίκαιο δεν έχει δηλαδή σαν μοναδικό στόχο να αποτρέψει τη βλάβη, αλλά και να εκφράσει την ηθική απαξίωση της συγκεκριμένης βλάβης (expressive function of punishment).

Έτσι, σύμφωνα με τον Feinberg, βλάβη είναι οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη πλήττει τις βασικές προϋποθέσεις για την ευημερία ενός ατόμου. Ο κίνδυνος της διασταλτικής ερμηνείας υπάρχει πάντα, αλλά το βάρος της απόδειξης το έχει αυτός που υποστηρίζει τον περιορισμό. Στην περίπτωση της προσβολής (offence) θα θέσει μια σειρά κριτηρίων (μέγεθος προσβολής, αδυναμία αποφυγής της προσβολής από το θύμα, κίνητρα του δράστη, μέγιστη δυνατή προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, κ.ά.) για να περιορίσει την εφαρμογή της κατά το δυνατόν. Απορρίπτει επίσης τον πατερναλισμό,4 δηλαδή την ποινικοποίηση της εκούσιας συμπεριφοράς που μπορεί να βλάψει τον ίδιο το δρώντα φυσικά, ψυχολογικά, οικονομικά, για ορισμένους ακόμα και ηθικά. Φυσικά απορρίπτει και το νομικό ηθικισμό, σύμφωνα με τον οποίο ορισμένες πράξεις είναι τόσο εγγενώς ανήθικες ώστε πρέπει να απαγορεύονται ακόμα και αν δεν βλάπτουν ή προσβάλλουν άμεσα κάποιον5 και λαμβάνουν χώρα ιδιωτικά από συναινούντες ενήλικες.

Αυτό που προκύπτει από το έργο του Feinberg (και όσων ακολούθησαν) είναι η περιπτωσιολογική πραγμάτευση της κάθε κατηγορίας παρέμβασης και της κάθε υποκατηγορίας εξαίρεσης. Όμως δύσκολα μπορεί κανείς να παραμείνει συνεπής χωρίς κάποια στάθμιση συμφερόντων, την οποία προσπάθησε επιμελώς να αποφύγει ο Feinberg, χωρίς απόλυτη πάντοτε επιτυχία. Άλλωστε, είναι γνωστό πως ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες.

——————————————————————-
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cogito (τεύχος 2, Ιανουάριος 2005)

-Ο Αριστείδης Ν. Χατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας & Θεωρίας της Επιστήμης του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

1. John Stuart Mill, On Liberty (ch. 1) .
2. Feinberg (1988: 4).
3. Ως ηθικά δικαιώματα (moral rights) όμως, όχι νομικά. Η διαφορά είναι σημαντική διότι θεωρεί ως βλάβη την προσβολή των ηθικών δικαιωμάτων.
4. Ακριβέστερα, απορρίπτει τον απόλυτο πατερναλισμό (hard paternalism), διαχωρίζοντάς τον από τον ήπιο πατερναλισμό (soft paternalism) όπου η επιλογή δεν είναι εκούσια και συνειδητή.
5. Υποτίθεται όμως ότι προσβάλλουν έμμεσα, καταστρέφοντας τον κοινωνικό ιστό.

http://e-rooster.gr/05/2006/259

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2018


Μας βάλανε και πολεμήσαμε,
βγάλαμε τα μάτια μας,
εσύ από εδώ, εγώ από την άλλη μεριά
Χάσαμε και οι δυό.
Ο άνθρωπος με τον άνθρωπο,
ο λύκος με το λύκο.
Τίποτα δεν απόμεινε εδώ πέρα…

από το ταξίδι στα «Κύθηρα» (1984)