Πέμπτη 24 Μαΐου 2018


Η επιστολή των Παλαιοχωρινών Γαλάνη, Σιώκου (δύο αδελφοί), Κάσσανδρου, Κατσιρμά, Μπουγά, Βούζιου και Μοσχόπουλου συντάχθηκε τον Ιανουάριο του 1916 και απευθύνεται στον ηγούμενο και τους προϊσταμένους της μονής Αγίου Παύλου με σκοπό να μεσολαβήσουν, ώστε να πληρωθούν οι πρώτοι από την εταιρεία τους. Την παρουσιάζω τηρώντας τη σύνταξη και ορθογραφία της:

Ενταύθα Αγίου Παύλου.
Παναγιότατε ΄Αγιε Καθηγούμενε μετά της σεβαστής επητροπής Αγίου Παύλου ταπηνώς προσκηνούμεν.
   Διά ταύτης μας πληροφορούμεν ημείς οι ιμέτηροι εργάται του κυρίου Νηκολάκη Καζαντσάκη και κυρίου Ιωάννου Σκορδήλοι και κυρίου Αντωνάκη Παναγιότου εργαζόμενοι επί ένα ολόκληρο μήνα εν ελείψη των κυρίων επί σκοπού όπως επιστρέψωσι μετά τας εορτάς και έλθωσι ίνα μας πληρώσωσιν το δίκαιόν μας. Αλλ’ επειδή δεν εφάνησαν όπως επηστρέψουν οπήσω και δεν γνωρίζωμεν τι γίνεται η εργασία διά τούτο παρακαλούμεν εις την ημετέραν Παναγιότητά σας όπως σπλαχνησθήτε ημάς αν είνε δυνατόν και δώσητε το δίκαιόν μας, ότι ως πτωχοί εργάται όπου είμεθα και καθηστηρούνται οι οικίοι ημών του καθημερινού άρτου. Διά τούτο παρακαλούμεν όπως δεχθήται τα παράπονα ημών.
Μεθ’ ηπολήψεως ταπηνώς προσκυνούμεν.
Ενταύθα Αγίου Παύλου τη Ιανουαρίου εικοσιτρείς 23 1916
Οι εργαζόμενοι
Νικόλαος Π. Σόκου
Νικόλαος Α. Γαλάνης
Δημήτριος Β. Κασσάνδρου
Αθανάσιος Π. Σιόκος
Δίμος Β. Κατσηρμάς
Αστέριος Πογάς
Κωνσταντίνος Βούζιος
Αθανάσιος Β. Μοσχόπουλος
   Στην επιστολή τους οι Παλαιοχωρινοί εργάτες δεν μνημονεύουν την επαγγελματική ιδιότητά τους ή το αντικείμενο της εταιρείας των Καζαντζάκη, Σκορδίλη και Παναγιώτου, αφού την πληροφόρηση αυτή παρακάμπτει η ανησυχία τους για το δίκαιον, η φτώχεια τους και ο αντίκτυπος, που θα έχει για το οικογενειακό περιβάλλον τους η καθυστέρηση της πληρωμής τους.
   Η εποχή του 1916, την οποία χαρακτηρίζει η οικονομική δυσπραγία, αποτελεί μία ατυχή συγκυρία για τα προβλήματα αυτών των εργατών, τα οποία συνθλίβουν τη βιοποριστική προσπάθειά τους. Για να αφουγκραστούμε την εποχή αυτή μπορούμε να δούμε τα όσα καταθέτει στην αλληλογραφία του ένας ιερέας του γειτονικού Νεοχωρίου: ένεκα της μεγάλης δυστυχίας όπου υπάρχει εις τον κόσμον, οι άνθρωποι επούλησαν τα ζώα των […] εγώ δε τι να πουλήσω ζώα δεν έχω. Τίποτα δεν έχω να πουλήσω έξωδα έχω, ψωμί να αγοράζω όπου έγινεν 80 λεπ. Το καλαμπόκι και εκείνον δεν υπάρχη και είνε πικρόν […] αλλά και τι να πράξωμεν δεδοξασμένον το όνομα του υψίστου πρέπει να υποφέρομεν, διότι εξ αμαρτιών μας ήλθαν ετούτοι οι καιροί και οι χρόνοι και εφέτως [=1916] δεν μας έμινεν ήλη επάνο μας με αυτό το ψωμί (δηλ.) την μεγάλην ακρείβια όπου έχη.
   Η τύχη της επιστολής των Παλαιοχωρινών εργατών δεν μας είναι γνωστή, επειδή το αρχείο της μονής Αγίου Παύλου δεν διασώζει κάποια μεταγενέστερη, που να αναδεικνύει την εξέλιξη του θέματος. Πιθανόν η εταιρεία να ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της, επειδή από τον Ιανουάριο του 1916 έως το φθινόπωρο του ίδιου έτους, που καταργήθηκε, μεσολάβησε ικανό διάστημα.
   Ωστόσο, μπορούμε σταθούμε στην παρούσα επιστολή, η οποία διατηρώντας την αυτοτέλειά της και την ιστορική αξία της για το παρελθόν των κατοίκων του Παλαιοχωρίου δεν παύει να τονίζει πολλές πτυχές της σύγχρονης εποχής, όπου η οικονομική ακαταστασία συρρικνώνει τον κοινωνικό ιστό σε ανησυχητικό βαθμό, διότι εξ αμαρτιών μας ήλθαν ετούτοι οι καιροί και οι χρόνοι (επαναλαμβάνω τα γραφόμενα του ιερέα).
Δημοσιεύτηκε στην εφημ. «Παλαιοχωρινά Νέα» (Παλαιοχωρίου Χαλκιδικής), φ. 20 (Ιανουάριος – Μάρτιος 2012).